Της Γιάννας Τριανταφύλλη
Η διατήρηση της καλής αγγειακής υγείας στη μέση ηλικία μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην καθυστέρηση της εμφάνισης άνοιας, σύμφωνα με μια νέα μακροχρόνια μελέτη. Τα ευρήματα αναδεικνύουν τον καθοριστικό ρόλο τριών τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου: της αρτηριακής υπέρτασης, του σακχαρώδους διαβήτη και του καπνίσματος.
Ερευνητές από το Τμήμα Υγείας Πληθυσμού του Πανεπιστημίου NYU Langone, στη Ν. Υόρκη, παρακολούθησαν περίπου 12.400 άτομα μέσης ηλικίας στις ΗΠΑ για διάστημα περίπου 26 ετών. Οι συμμετέχοντες κατά την έναρξη της μελέτης είχαν μέση ηλικία 56 ετών και δεν παρουσίαζαν ενδείξεις αγγειακής γνωστικής διαταραχής.
Τα ευρήματα της μελέτης ήταν εντυπωσιακά: τα άτομα που δεν είχαν κανέναν από τους τρεις συγκεκριμένους παράγοντες κινδύνου καθυστέρησαν την εκδήλωση άνοιας για περίπου 13 χρόνια περισσότερο σε σύγκριση με όσους είχαν και τους τρεις επιβαρυντικούς παράγοντες. Αντίθετα, στα άτομα που κάπνιζαν και είχαν διαγνωστεί με υπέρταση και διαβήτη ο κίνδυνος εμφάνισης άνοιας αυξανόταν σημαντικά ήδη από την ηλικία των 55 ετών.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, η αιτία αυτών των ευρημάτων πιθανότατα εντοπίζεται στη στενή σχέση μεταξύ αγγειακής και εγκεφαλικής υγείας. Η υπέρταση, ο διαβήτης και το κάπνισμα προκαλούν βλάβες στα αγγεία, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που τροφοδοτούν τον εγκέφαλο. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι η χρόνια διαταραχή της αιμάτωσης μπορεί να επηρεάσει τη λειτουργία των εγκεφαλικών κυττάρων και να επιταχύνει τη γνωστική έκπτωση.
Με δεδομένο ότι δεν υπάρχει σήμερα οριστική θεραπεία για την αγγειακή άνοια ή τη νόσο Alzheimer, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, η πρόληψη του διαβήτη και η διακοπή του καπνίσματος, ιδιαίτερα στη μέση ηλικία, θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα ισχυρό «όπλο» πρόληψης και προστασίας απέναντι στη γνωστική εξασθένηση.
Τα ευρήματα της μελέτης δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Neurology Open Access.







