Για τα ευρήματα της μελέτης μιλά αποκλειστικά στο Health Next Generation, η επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας, Δρ Ting Cai, ερευνήτρια στο Τμήμα Επιστημών Υγείας Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Nuffield του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.
Της Γιάννας Τριανταφύλλη
Οι στατίνες αποτελούν εδώ και δεκαετίες τη βασική θεραπεία για τη μείωση της χοληστερόλης και την πρόληψη των καρδιαγγειακών επεισοδίων. Ωστόσο, ο φόβος για πιθανές μυϊκές παρενέργειες οδηγεί πολύ συχνά τους ασθενείς στη διακοπή ή ακόμη και στην αποφυγή έναρξης της θεραπείας.
Μια νέα μεγάλη επιστημονική μελέτη έρχεται να βάλει τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση, επιβεβαιώνοντας ότι οι σοβαρές μυϊκές επιπλοκές από τις στατίνες είναι εξαιρετικά σπάνιες, ενώ τα καρδιαγγειακά οφέλη τους παραμένουν ιδιαίτερα σημαντικά.
Ερευνητές από το Τμήμα Επιστημών Υγείας Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Nuffield του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης ανέπτυξαν ένα νέο καινοτόμο προγνωστικό εργαλείο, που εκτιμά τον κίνδυνο ενός ατόμου να αναπτύξει σοβαρές μυϊκές διαταραχές από την λήψη στατινών.
Στόχος των ερευνητών ήταν να δημιουργήσουν ένα μοντέλο που να προβλέπει, τον κίνδυνο σοβαρών μυϊκών διαταραχών σε άτομα που είναι επιλέξιμα για θεραπεία με στατίνες. Το εργαλείο αυτό θα μπορούσε να βοηθήσει τόσο τους ασθενείς όσο και τους κλινικούς γιατρούς να σταθμίζουν πιο αποτελεσματικά τα πιθανά οφέλη έναντι των πιθανών κινδύνων της θεραπείας με στατίνες.
Το προγνωστικό μοντέλο αξιοποίησε 22 κλινικές παραμέτρους, μεταξύ των οποίων η ηλικία, το φύλο, ο δείκτης μάζας σώματος, το κάπνισμα, η εθνικότητα, τα συνυπάρχοντα νοσήματα, τα προηγούμενα μυϊκά προβλήματα, η ανεπάρκεια βιταμίνης D, τα συγχορηγούμενα φάρμακα και η χρήση στατινών, προκειμένου να υπολογίσει τον εξατομικευμένο κίνδυνο μετά από ένα, πέντε και δέκα έτη.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η μελέτη επικεντρώθηκε αποκλειστικά στις σοβαρές μυϊκές επιπλοκές που οδηγούν σε νοσηλεία ή θάνατο και όχι στις ήπιες μυαλγίες, οι οποίες συχνά δεν οφείλονται στις στατίνες. Συγκεκριμένα, οι ερευνητές επικεντρώθηκαν στην μυοπάθεια, στην μυαλγία και στη ραβδομυόλυση, μια σπάνια αλλά ιδιαίτερα σοβαρή κατάσταση κατά την οποία καταστρέφεται ο μυϊκός ιστός.
Η έρευνα, που βασίστηκε σε ανάλυση ιατρικών δεδομένων από πάνω από 5,5 εκατομμύρια άτομα στην Αγγλία, έδειξε ότι σχεδόν το 99% των ατόμων που πληρούσαν τα κριτήρια για χορήγηση στατινών είχε πολύ χαμηλό κίνδυνο εμφάνισης σοβαρής μυϊκής διαταραχής μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης σημαντικό θεραπευτικό κενό, καθώς περισσότερο από το 60% των ατόμων που θα μπορούσαν να ωφεληθούν από τη θεραπεία με στατίνες δεν τις λαμβάνουν.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, το προγνωστικό αυτό εργαλείο μπορεί να προσφέρει μια πιο ολοκληρωμένη αξιολόγηση του ισοζυγίου οφέλους-κινδύνου και να ενισχύσει την εξατομικευμένη προσέγγιση στην πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων.
Δρ Ting Cai: «Η συντριπτική πλειονότητα των ασθενών δεν θα εμφανίσει σοβαρές μυϊκές διαταραχές»
Για τα σημαντικά ευρήματα της μελέτης μιλά αποκλειστικά στο Health Next Generation, η επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας, Δρ Ting Cai, ερευνήτρια στο Τμήμα Επιστημών Υγείας Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Nuffield του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.
-Εδώ και χρόνια οι στατίνες βρίσκονται στο επίκεντρο μιας έντονης συζήτησης λόγω των πιθανών μυϊκών παρενεργειών που μπορεί να επιφέρει η λήψη τους. Πώς ανατρέπεται η αντίληψη αυτή μέσα από τα ευρήματα της μελέτης σας;
Οι ανεπιθύμητες μυϊκές παρενέργειες αποτελούν τη συχνότερη αιτία ανησυχίας γύρω από τις στατίνες. Ωστόσο, πολλοί άνθρωποι συγχέουν τις ήπιες και συχνές μυϊκές ενοχλήσεις – οι οποίες μπορεί να οφείλονται σε πολλούς παράγοντες, όπως η άσκηση ή η φυσιολογική γήρανση – με τις σοβαρές μυϊκές βλάβες που, αν και έχουν λάβει μεγάλη δημοσιότητα, είναι εξαιρετικά σπάνιες. Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της μελέτης μας ήταν ότι διαχωρίσαμε με σαφήνεια τις ήπιες μυαλγίες από τις σοβαρές μυϊκές διαταραχές, αποδεικνύοντας ότι ο κίνδυνος εμφάνισης των τελευταίων είναι πολύ χαμηλός για τη συντριπτική πλειονότητα των ασθενών.
– Πιστεύετε ότι τα ευρήματα αυτά μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο γιατροί και ασθενείς αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο των ανεπιθύμητων παρενεργειών από τις στατίνες;
Αυτό ακριβώς ευελπιστούμε. Πέρα από τα στοιχεία που επιβεβαιώνουν τη χαμηλή συχνότητα σοβαρών μυϊκών επιπλοκών στον γενικό πληθυσμό, το προγνωστικό μας εργαλείο παρέχει μια αξιόπιστη εξατομικευμένη εκτίμηση του κινδύνου. Η δυνατότητα αυτή μπορεί να καθησυχάσει τόσο τους ασθενείς όσο και τους ιατρούς κατά τη λήψη θεραπευτικών αποφάσεων. Επιπλέον, ο εξατομικευμένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών μπορεί να συγκριθεί άμεσα με τον εξατομικευμένο καρδιαγγειακό κίνδυνο που υπολογίζεται από ήδη καθιερωμένα εργαλεία, διευκολύνοντας έτσι μια τεκμηριωμένη στάθμιση μεταξύ του αναμενόμενου οφέλους και του πιθανού κινδύνου.
– Γιατί πιστεύετε ότι οι στατίνες εξακολουθούν να συγκαταλέγονται στα πλέον αμφιλεγόμενα φάρμακα, παρά τα ισχυρά επιστημονικά δεδομένα που τεκμηριώνουν την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητά τους;
Δεν είναι απολύτως σαφές γιατί οι στατίνες έχουν προκαλέσει μεγαλύτερη δημόσια συζήτηση από άλλα φάρμακα που επίσης συνοδεύονται από πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες. Ωστόσο, πρόκειται για μία από τις περισσότερο μελετημένες κατηγορίες φαρμάκων στην ιστορία της Ιατρικής και ταυτόχρονα για μία από τις συχνότερα συνταγογραφούμενες θεραπείες παγκοσμίως. Ως αποτέλεσμα, έχουν αποτελέσει αντικείμενο εκτεταμένης δημοσιογραφικής κάλυψης, η οποία συχνά εστιάζει στις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες. Στην καθημερινή κλινική πράξη, οι ιατροί της ερευνητικής μας ομάδας συναντούν συχνά ασθενείς που εκφράζουν ανησυχίες επειδή έχουν διαβάσει σχετικές πληροφορίες στο διαδίκτυο ή στα μέσα ενημέρωσης. Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι η αρνητική δημοσιότητα αποτελεί σημαντικό παράγοντα διαμόρφωσης αυτών των φόβων.
– Το προγνωστικό σας μοντέλο βασίζεται σε 22 κλινικές μεταβλητές. Ποιες αποδείχθηκαν οι σημαντικότερες για την πρόβλεψη του κινδύνου σοβαρών μυϊκών ανεπιθύμητων ενεργειών; Υπήρξε κάποιο εύρημα που σας εξέπληξε;
Διαπιστώσαμε ότι, πέρα από τη θεραπεία με στατίνες, αυξημένο εκτιμώμενο κίνδυνο παρουσιάζουν τα άτομα με ιστορικό μυϊκών προβλημάτων, καθώς και όσοι λαμβάνουν συγχρόνως άλλα φάρμακα που είναι γνωστό ότι μπορούν επίσης να προκαλέσουν μυϊκές ανεπιθύμητες ενέργειες. Το εύρημα αυτό δεν ήταν ιδιαίτερα απρόσμενο, ωστόσο αποτελεί παράγοντα που έχει υποεκτιμηθεί στην προηγούμενη βιβλιογραφία και συχνά δεν λαμβάνεται επαρκώς υπόψη στην καθημερινή κλινική αξιολόγηση.
– Για πρώτη φορά καθίσταται δυνατή η εκτίμηση του ατομικού κινδύνου εμφάνισης σοβαρών μυϊκών ανεπιθύμητων ενεργειών από τις στατίνες. Πόσο πιο κοντά μας φέρνει αυτό στην εξατομικευμένη ιατρική;
Ο όρος «εξατομικευμένη ιατρική» χρησιμοποιείται με διαφορετικές σημασίες. Συχνά συνδέεται με τη χρήση γενετικών ή γονιδιωματικών δεδομένων. Ωστόσο, οι εξετάσεις αυτές είναι δαπανηρές και δεν είναι ευρέως διαθέσιμες στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, όπου συνταγογραφούνται οι περισσότερες στατίνες. Το δικό μας μοντέλο βασίζεται σε κλινικά χαρακτηριστικά που καταγράφονται συστηματικά στην καθημερινή κλινική πράξη. Επομένως, μπορεί να υποστηρίξει ρεαλιστικά την εξατομικευμένη λήψη θεραπευτικών αποφάσεων στο επίπεδο της πρωτοβάθμιας περίθαλψης.
– Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης σας, πάνω από το 60% των ατόμων που πληρούσαν τα κριτήρια για θεραπεία με στατίνες τελικά δεν έλαβαν αγωγή. Πιστεύετε ότι αυτό οφείλεται κυρίως στις ανησυχίες των ασθενών, στην έλλειψη ενημέρωσης, στη διστακτικότητα των ιατρών να συνταγογραφήσουν στατίνες ή σε όλα αυτά μαζί;
Πιθανότατα πρόκειται για συνδυασμό πολλών παραγόντων. Η επικοινωνία του κινδύνου μεταξύ ιατρού και ασθενούς μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά τη θεραπευτική απόφαση. Γι’ αυτό πιστεύουμε ότι το εργαλείο μας μπορεί να διευκολύνει αυτή τη συζήτηση, μειώνοντας τις ανησυχίες των ασθενών και βοηθώντας τους ιατρούς όταν καλούνται να αντιμετωπίσουν επιφυλάξεις σχετικά με την έναρξη της θεραπείας. Παράλληλα, αναγνωρίζουμε ότι υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που συμβάλλουν στη χαμηλή χρήση των στατινών, όπως τα εμπόδια στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας και στα φάρμακα, αλλά και η ανεπαρκής εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου στην κλινική πράξη. Ωστόσο, οι ανησυχίες για την ασφάλεια της θεραπείας αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους λόγους που επιχειρήσαμε να αντιμετωπίσουμε με τη μελέτη μας.
– Πόσο εύκολη είναι η ενσωμάτωση αυτού του νέου προγνωστικού εργαλείου στην καθημερινή κλινική πράξη;
Το εργαλείο είναι ήδη διαθέσιμο ως δωρεάν διαδικτυακή εφαρμογή με εύχρηστο περιβάλλον χρήσης μέσω του Oxford University Innovation και μπορεί να αξιοποιηθεί άμεσα από τους ιατρούς. Επιπλέον, θα μπορούσε να ενσωματωθεί στα εργαλεία υποστήριξης λήψης αποφάσεων για τη θεραπεία με στατίνες που περιλαμβάνονται στις βρετανικές κατευθυντήριες οδηγίες. Ωστόσο, για την ευρεία εφαρμογή του απαιτείται περαιτέρω αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της ενσωμάτωσής του στην κλινική πρακτική και του πραγματικού κλινικού του αντίκτυπου, σε συνεργασία με το NHS και τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας. Η ιδανική εξέλιξη θα ήταν η πλήρης ενσωμάτωσή του στα ηλεκτρονικά συστήματα ιατρικών αρχείων, μαζί με το QRISK, ώστε ο υπολογισμός του κινδύνου να πραγματοποιείται αυτόματα κατά τη διάρκεια της επίσκεψης.
Η αξία των κλινικών προγνωστικών μοντέλων αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο. Ωστόσο, η ανάπτυξη, η επικύρωση και κυρίως η ενσωμάτωσή τους στην καθημερινή κλινική πρακτική απαιτούν σημαντικό χρόνο και πόρους. Ευελπιστούμε ότι οργανισμοί όπως το NHS θα συνεχίσουν να επενδύουν στην εφαρμογή τέτοιων εργαλείων προς όφελος των ασθενών.
– Ποια είναι τα επόμενα βήματα της ερευνητικής σας ομάδας;
Το επόμενο βήμα είναι να διερευνήσουμε τον βέλτιστο τρόπο ενσωμάτωσης του εργαλείου στην καθημερινή κλινική πράξη και να αξιολογήσουμε τον πραγματικό του αντίκτυπο στην ποιότητα της φροντίδας και στις θεραπευτικές αποφάσεις, σε συνεργασία με το NHS και τα ιατρεία πρωτοβάθμιας φροντίδας. Παράλληλα, η ομάδα μας εργάζεται ήδη για την ανάπτυξη αντίστοιχων προγνωστικών εργαλείων που αφορούν άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες των στατινών, καθώς και άλλων φαρμακευτικών θεραπειών.
– Ποιο μήνυμα που θα θέλατε να απευθύνετε στους ασθενείς που διστάζουν ή φοβούνται να ξεκινήσουν θεραπεία με στατίνες;
Ο φόβος γύρω από τις στατίνες δεν θα πρέπει να αποτρέπει τους ασθενείς από μια θεραπεία που έχει αποδεδειγμένα σημαντικό όφελος. Όπως δείχνουν και τα ευρήματα της μελέτης μας, οι σοβαρές μυϊκές επιπλοκές από τη θεραπεία με στατίνες είναι εξαιρετικά σπάνιες. Η συντριπτική πλειονότητα των ατόμων που πληρούν τα κριτήρια για θεραπεία έχει πολύ χαμηλό εξατομικευμένο κίνδυνο να εμφανίσει σοβαρή μυϊκή βλάβη μέσα στην επόμενη δεκαετία. Επομένως, εάν διατρέχετε αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο, δεν θα πρέπει να στερείστε μια θεραπεία που μπορεί να προλάβει ένα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή ένα αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο εξαιτίας ενός εξαιρετικά μικρού κινδύνου σοβαρών μυϊκών επιπλοκών. Η θεραπευτική απόφαση πρέπει πάντοτε να βασίζεται στη στάθμιση του αναμενόμενου οφέλους έναντι των πιθανών κινδύνων, οι οποίοι, για τη μεγάλη πλειονότητα των ασθενών, παραμένουν πολύ χαμηλοί.
Ποια είναι η Δρ Ting Cai
Η Ting Cai είναι ερευνητική υπότροφος του NIHR (National Institute for Health and Care Research) στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Έλαβε διδακτορικό (DPhil) στις Επιστήμες Υγείας Πρωτοβάθμιας Φροντίδας από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και η μελέτη της χρηματοδοτήθηκε από το Βρετανικό Ίδρυμα Καρδιάς (BHF).
Το ερευνητικό της έργο επικεντρώνεται κυρίως στον τομέα της φαρμακοεπιδημιολογίας, με έμφαση στην αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας φαρμακευτικών προϊόντων (φαρμάκων και εμβολίων), καθώς και στην πρόβλεψη των θεραπευτικών εκβάσεων.
Η Δρ Cai πραγματοποιεί στατιστικές αναλύσεις για την εξαγωγή αιτιολογικών συμπερασμάτων και την ανάπτυξη μοντέλων πρόβλεψης κινδύνου, αξιοποιώντας μεγάλης κλίμακας δεδομένα υγείας, όπως διασυνδεδεμένα ηλεκτρονικά αρχεία υγείας. Παράλληλα, διεξάγει προηγμένες μετα-αναλύσεις δεδομένων από κλινικές δοκιμές.
Τα ευρήματα της μελέτης δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet Digital Health: https://www.thelancet.com/journals/landig/article/PIIS2589-7500(26)00047-6/fulltext







