Της Γιάννας Τριανταφύλλη
Σε μια εποχή όπου η ιατρική επιστήμη εξελίσσεται με ραγδαίους ρυθμούς, ο ομογενής ιατρός ρευματολόγος Κωνσταντίνος Τσέλιος, Αναπληρωτής Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου McMaster, στο Οντάριο του Καναδά, ξεχωρίζει όχι μόνο για τη συμβολή του στην έρευνα και τη θεραπεία του Λύκου, αλλά και για τη σχέση εμπιστοσύνης που έχει δημιουργήσει με τους ασθενείς του.
Η πρόσφατη ανάδειξή του ως «Ρευματολόγος της Χρονιάς 2026» από τον οργανισμό Lupus Canada αποτελεί την ουσιαστική επιβεβαίωση μιας πορείας που συνδυάζει την επιστημονική αριστεία με την ανθρωποκεντρική προσέγγιση.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο Δρ Τσέλιος μιλά στο Health Next Generation για τις προκλήσεις της μετανάστευσης, το μέλλον της ιατρικής στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, τη βαθιά σχέση εμπιστοσύνης που χτίζει καθημερινά με τους ασθενείς του και τις ελπιδοφόρες εξελίξεις στη θεραπεία του λύκου.
-Ολοκληρώνοντας τις σπουδές σας, το 2013, πήρατε την απόφαση να αφήσετε την Ελλάδα και να αναζητήσετε το επαγγελματικό σας μέλλον στον Καναδά. Τι σας ώθησε σε αυτήν την μεγάλη απόφαση ζωής;
Το 2013 είχα ολοκληρώσει τη διδακτορική μου διατριβή στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και αποφάσισα να έρθω στον Καναδά για μεταδιδακτορικές σπουδές. Ένα καθοριστικό σημείο στην πορεία μου ήταν ότι το 2014 έλαβα το Geoff Carr Lupus Fellowship από το Lupus Ontario, μια ιδιαίτερα τιμητική υποτροφία που μου έδωσε τη δυνατότητα να ξεκινήσω την ενασχόλησή μου με τον λύκο σε ένα περιβάλλον υψηλής ακαδημαϊκής ποιότητας. Αυτή η ευκαιρία άνοιξε τον δρόμο για όσα ακολούθησαν. Το αρχικό μου πλάνο ήταν να μείνω 1 – 2 χρόνια, να αποκτήσω επιπλέον ακαδημαϊκή εμπειρία και να επιστρέψω στην Ελλάδα για μια πανεπιστημιακή θέση.
Ωστόσο, οι συγκυρίες της εποχής – η οικονομική κρίση, η αβεβαιότητα στο σύστημα υγείας και η έλλειψη σταθερών ακαδημαϊκών προοπτικών – σε συνδυασμό με χρόνιες παθογένειες του ελληνικού πανεπιστημίου, έκαναν αυτή την επιστροφή εξαιρετικά δύσκολη.
Την ίδια στιγμή, ο Καναδάς μου προσέφερε ένα περιβάλλον με σταθερότητα, οργάνωση και πραγματικές ευκαιρίες για ακαδημαϊκή και κλινική εξέλιξη. Εκεί μπόρεσα να αναπτύξω την εξειδίκευσή μου στην συστηματική αυτοανοσία και συγκεκριμένα στον Συστηματικό Ερυθηματώδη Λύκο, να συμμετάσχω σε οργανωμένα ερευνητικά προγράμματα και να χτίσω μια πορεία με ουσιαστικό αντίκτυπο.
Έτσι, μια μετακίνηση που αρχικά ήταν προσωρινή εξελίχθηκε σε μια μακροχρόνια διαδρομή που μου επέτρεψε να εξελιχθώ πολύ περισσότερο απ’ όσο θα ήταν τότε εφικτό στην Ελλάδα.
-Ποιο ήταν το πιο δύσκολο εμπόδιο που χρειάστηκε να ξεπεράσετε ως Έλληνας επιστήμονας τα πρώτα χρόνια στον Καναδά;
Τα πρώτα χρόνια στον Καναδά το πιο δύσκολο εμπόδιο ήταν η ανάγκη να αποδείξω από την αρχή την αξία μου ως επιστήμονας σε ένα σύστημα που δεν γνώριζε ούτε το ελληνικό πανεπιστήμιο ούτε το ακαδημαϊκό μου υπόβαθρο. Με συστηματική κλινική και ερευνητική δουλειά, κατάφερα να εξασφαλίσω συνεχή χρηματοδότηση για τα πρώτα χρόνια της παραμονής μου στον Καναδά, κάτι που μου επέτρεψε να αναπτύξω σταθερά την ερευνητική μου δραστηριότητα και να χτίσω ένα ισχυρό ακαδημαϊκό αποτύπωμα.
Ένα καθοριστικό βήμα σε αυτή τη διαδικασία ήταν η ολοκλήρωση του MSc in Medical Education στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο, ένας τίτλος με ιδιαίτερο κύρος που με βοήθησε να ενταχθώ βαθύτερα στο καναδικό ακαδημαϊκό περιβάλλον και να αποκτήσω μια νέα οπτική για την ιατρική εκπαίδευση.
Παράλληλα, κέρδισα πολύ γρήγορα την εμπιστοσύνη των ασθενών – κάτι που για μένα ήταν εξίσου σημαντικό. Τα δύο Golden Star Awards που έλαβα από τους ίδιους τους ασθενείς στα πρώτα χρόνια ήταν μια τεράστια επιβεβαίωση ότι η προσπάθεια, η συνέπεια και η ανθρωποκεντρική προσέγγιση αναγνωρίζονται, ακόμη και σε ένα νέο και απαιτητικό περιβάλλον.
Έτσι, η μεγαλύτερη πρόκληση μετατράπηκε τελικά σε μια από τις πιο ουσιαστικές εμπειρίες της καριέρας μου: να αποδείξω την αξία μου σε ένα αξιοκρατικό σύστημα και να χτίσω μια σχέση εμπιστοσύνης με τους ασθενείς από την πρώτη στιγμή.
-Με βάση την πολυετή εμπειρία σας, ποιες θεωρείτε τις σημαντικότερες διαφορές ανάμεσα στα συστήματα υγείας Καναδά και Ελλάδας; Τι θα μπορούσε να διδαχθεί η Ελλάδα από τον Καναδά στον τομέα της Υγείας και αντίστροφα, τι θα μπορούσε να διδαχθεί ο Καναδάς από την Ελλάδα;
Έχοντας εργαστεί για χρόνια και στα δύο συστήματα, βλέπω ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές στη δομή, στη φιλοσοφία και στον τρόπο λειτουργίας.
Στον Καναδά το σύστημα υγείας χαρακτηρίζεται από σταθερότητα, οργάνωση και θεσμική συνέχεια. Υπάρχει σαφής κατανομή ρόλων, ισχυρή πρωτοβάθμια φροντίδα και ένα περιβάλλον όπου η ποιότητα, η ασφάλεια και η τεκμηριωμένη πρακτική αποτελούν αδιαπραγμάτευτες προτεραιότητες. Η εκπαίδευση των ιατρών είναι αυστηρά δομημένη και συνεχώς αξιολογούμενη.
Η Ελλάδα, από την άλλη, έχει εξαιρετικό ανθρώπινο δυναμικό, υψηλού επιπέδου κλινικούς και μια κουλτούρα ιατρικής αριστείας που υπερβαίνει τις δομικές αδυναμίες του συστήματος. Η ευελιξία, η κλινική οξυδέρκεια και η ικανότητα των Ελλήνων ιατρών να διαχειρίζονται πολύπλοκες καταστάσεις με περιορισμένους πόρους είναι πραγματικά αξιοθαύμαστες.
Τι μπορεί να διδαχθεί η Ελλάδα από τον Καναδά; Την σημασία της θεσμικής σταθερότητας, της οργάνωσης, της επένδυσης στην πρωτοβάθμια φροντίδα και της συστηματικής αξιολόγησης στην εκπαίδευση των ιατρών. Αυτά είναι τα θεμέλια που επιτρέπουν σε ένα σύστημα να λειτουργεί με συνέπεια και προβλεψιμότητα.
Και τι μπορεί να διδαχθεί ο Καναδάς από την Ελλάδα; Την αξία της ανθρώπινης επαφής, της ευελιξίας και της κλινικής διαίσθησης. Η ελληνική ιατρική κουλτούρα έχει μια ανθρωποκεντρική ζεστασιά και μια ικανότητα γρήγορης προσαρμογής που συχνά λείπει από τα πιο αυστηρά, γραφειοκρατικά συστήματα.
Πιστεύω ότι ο ιδανικός συνδυασμός βρίσκεται κάπου στη μέση: η οργάνωση και η θεσμική ωριμότητα του Καναδά, μαζί με την ανθρωπιά, την ευελιξία και την κλινική ευστροφία της Ελλάδας.
«Δεν θεωρώ τη βράβευσή μου προσωπικό επίτευγμα, αλλά κοινή επιτυχία με τους ασθενείς μου»
– Αναδειχθήκατε Ρευματολόγος της Χρονιάς στον Καναδά για το 2026, λαμβάνοντας το Βραβείο Επιλογής Ασθενών από τον οργανισμό Lupus Canada. Τι σημαίνει αυτή η βράβευση για εσάς;
Το Βραβείο Επιλογής Ασθενών από το Lupus Canada είναι για μένα η πιο ουσιαστική αναγνώριση που θα μπορούσα να λάβω. Δεν προέρχεται από μια επιτροπή, αλλά από τους ίδιους τους ανθρώπους που φροντίζω καθημερινά.
Ως γιατρός, μπορείς να έχεις δημοσιεύσεις, διακρίσεις ή ακαδημαϊκούς τίτλους, αλλά τίποτα δεν συγκρίνεται με το να ξέρεις ότι οι ασθενείς σου νιώθουν ασφαλείς, ακούγονται και εμπιστεύονται πραγματικά τη φροντίδα που τους προσφέρεις.
Το να αναδειχθώ Ρευματολόγος της Χρονιάς στον Καναδά για το 2026 ήταν μια στιγμή βαθιάς συγκίνησης. Το βλέπω ως επιβεβαίωση ότι η ανθρωποκεντρική προσέγγιση, η συνέπεια και η αφοσίωση αναγνωρίζονται —και ότι, ακόμη και σε μια χώρα όπου ξεκίνησα από το μηδέν, κατάφερα να χτίσω μια σχέση εμπιστοσύνης με τους ασθενείς μου.
Είναι ένα βραβείο που δεν το θεωρώ προσωπικό επίτευγμα, αλλά κοινή επιτυχία με τους ασθενείς μου. Αυτοί μου έδωσαν την τιμή και την ευθύνη να συνεχίσω να γίνομαι καλύτερος.
-Μια διάκριση που προέρχεται απευθείας από τους ασθενείς έχει διαφορετική βαρύτητα για ένα γιατρό από μια ακαδημαϊκή ή επιστημονική βράβευση;
Κάθε διάκριση έχει τη δική της αξία, αλλά μια βράβευση που προέρχεται απευθείας από τους ασθενείς έχει εντελώς διαφορετικό βάρος. Οι ακαδημαϊκές και επιστημονικές διακρίσεις αναγνωρίζουν την έρευνα, την παραγωγικότητα και τη συμβολή στη γνώση. Αντίστοιχα, οι διακρίσεις από τους εκπαιδευόμενους αναγνωρίζουν τον ρόλο σου ως δάσκαλο και μέντορα — και έχω την τιμή να έχω λάβει και τέτοιες.
Όμως η αναγνώριση από τους ασθενείς αφορά κάτι πολύ πιο θεμελιώδες: τη σχέση εμπιστοσύνης, την ανθρώπινη επαφή, το πώς νιώθουν όταν βρίσκονται απέναντί σου. Δεν μπορείς να τη ζητήσεις, δεν μπορείς να την επιδιώξεις – σου τη δίνουν μόνο αν πραγματικά την αξίζεις.
Για μένα, το Patient Choice Award από το Lupus Canada έχει μια ιδιαίτερη συναισθηματική βαρύτητα. Είναι η επιβεβαίωση ότι, πέρα από την επιστημονική και εκπαιδευτική μου πορεία, κατάφερα να σταθώ δίπλα στους ασθενείς μου με τρόπο που τους έκανε να νιώσουν ασφαλείς, σεβαστοί και ακουστοί. Και αυτό, για έναν γιατρό, είναι ίσως η μεγαλύτερη τιμή.
-Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και της εξατομικευμένης ιατρικής, ποιες επιστημονικές αλλά και ανθρώπινες ιδιότητες κάνουν έναν γιατρό σημαντικό και αναντικατάστατο στα μάτια των ασθενών;
Ζούμε σε μια εποχή όπου η τεχνητή νοημοσύνη και η εξατομικευμένη ιατρική αλλάζουν ριζικά τον τρόπο που διαγιγνώσκουμε και θεραπεύουμε. Αυτά τα εργαλεία είναι πολύτιμα και αναβαθμίζουν την ποιότητα της φροντίδας.
Όμως, όσο εξελιγμένη κι αν γίνει η τεχνολογία, οι ασθενείς δεν αναζητούν μόνο έναν αλγόριθμο που θα τους δώσει τη σωστή θεραπεία. Αναζητούν έναν άνθρωπο που θα τους ακούσει, θα τους καταλάβει και θα τους στηρίξει.
Πιστεύω ότι ο γιατρός παραμένει αναντικατάστατος όταν συνδυάζει δύο πράγματα: επιστημονική επάρκεια και ανθρώπινη παρουσία. Η γνώση, η κριτική σκέψη και η ικανότητα να αξιοποιείς τα νέα εργαλεία είναι απαραίτητα. Αλλά εξίσου απαραίτητη είναι η ενσυναίσθηση, η καθαρή επικοινωνία, η συνέπεια και η ικανότητα να δημιουργείς σχέση εμπιστοσύνης.
Οι ασθενείς δεν θυμούνται μόνο τις εξετάσεις ή τα φάρμακα. Θυμούνται πώς τους έκανες να νιώσουν. Και αυτό είναι κάτι που καμία τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί να αντικαταστήσει.
Στο τέλος της ημέρας, η ιατρική είναι τεχνολογία και επιστήμη – αλλά είναι και σχέση. Και αυτή η σχέση είναι που κάνει έναν ιατρό πραγματικά σημαντικό για τους ασθενείς του.
« Η φροντίδα του συστηματικού ερυθηματώδη λύκου πρέπει να είναι ολιστική»
-Ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος αποτελεί μια ιδιαίτερα δύσκολη ασθένεια. Ποιες είναι οι μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν σήμερα οι ασθενείς ως προς τη διαχείριση της νόσου;
Ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος είναι μια νόσος με πολλές όψεις και αυτό κάνει τη διαχείρισή του ιδιαίτερα απαιτητική για τους ασθενείς. Οι μεγαλύτερες δυσκολίες σήμερα δεν αφορούν μόνο τα συμπτώματα, αλλά και το πώς η νόσος επηρεάζει την καθημερινότητα, την ψυχολογία και τη μακροχρόνια ποιότητα ζωής.
Η φύση της νόσου είναι απρόβλεπτη, οι εξάρσεις μπορεί να εμφανιστούν ξαφνικά και να επηρεάσουν ζωτικά όργανα, κάτι που δημιουργεί ανασφάλεια και άγχος.
Πολλοί ασθενείς δυσκολεύονται με την πολυπλοκότητα της θεραπείας: πολλαπλά φάρμακα, συχνές εξετάσεις, ανάγκη για στενή παρακολούθηση και μακροχρόνια συμμόρφωση.
Πίσω από όλα αυτά, υπάρχει και η αόρατη διάσταση της νόσου. Χρόνιος πόνος, κόπωση, γνωσιακά συμπτώματα και ψυχολογική επιβάρυνση δεν φαίνονται πάντα προς τα έξω, με αποτέλεσμα οι ασθενείς συχνά να νιώθουν ότι δεν γίνονται κατανοητοί από το περιβάλλον τους.
Τέλος, η νόσος επηρεάζει κρίσιμες πτυχές της ζωής: εργασία, οικογένεια, εγκυμοσύνη, κοινωνικές σχέσεις. Η ανάγκη για συνεχή προσαρμογή είναι μεγάλη.
Γι’ αυτό πιστεύω ότι η φροντίδα του ΣΕΛ πρέπει να είναι ολιστική: να συνδυάζει σύγχρονη, εξατομικευμένη θεραπεία με ψυχολογική υποστήριξη, εκπαίδευση του ασθενούς και μια σταθερή σχέση εμπιστοσύνης με τον ιατρό. Η τεχνολογία και οι νέες θεραπείες μάς βοηθούν πολύ, αλλά η ανθρώπινη παρουσία παραμένει καθοριστική.
-Ποια είναι η πιο δύσκολη «αόρατη» μάχη που δίνει καθημερινά ένας ασθενής με λύκο;
Η πιο δύσκολη “αόρατη” μάχη για έναν ασθενή με λύκο είναι η συνεχής προσπάθεια να ζήσει μια φυσιολογική ζωή με μια νόσο που είναι απρόβλεπτη, ασταθής και συχνά παρεξηγημένη.
Πολλοί ασθενείς παλεύουν καθημερινά με συμπτώματα που δεν φαίνονται: εξουθενωτική κόπωση, πόνο, γνωσιακή δυσκολία, άγχος για πιθανές εξάρσεις. Αυτά δεν αποτυπώνονται πάντα στις εξετάσεις και συχνά δεν γίνονται αντιληπτά από το περιβάλλον τους.
Η αβεβαιότητα είναι ίσως το πιο δύσκολο κομμάτι. Το να μην ξέρεις πώς θα είναι η επόμενη μέρα, αν θα έχεις ενέργεια να δουλέψεις, να φροντίσεις την οικογένειά σου ή να κάνεις απλά πράγματα που οι άλλοι θεωρούν δεδομένα.
Υπάρχει επίσης η ψυχολογική διάσταση: το αίσθημα ότι πρέπει να εξηγείς συνεχώς μια “αόρατη” νόσο, να δικαιολογείς τα συμπτώματα, να αποδεικνύεις ότι δεν υπερβάλλεις. Αυτό δημιουργεί μοναξιά και συχνά απομόνωση.
Γι’ αυτό πιστεύω ότι η μεγαλύτερη μάχη δεν είναι μόνο η βιολογική, αλλά η μάχη για κατανόηση, αποδοχή και σταθερότητα. Και εκεί ο ρόλος του ιατρού είναι καθοριστικός: να ακούει, να πιστεύει τον ασθενή και να τον στηρίζει με συνέπεια και ενσυναίσθηση.
-Πιστεύετε ότι βρισκόμαστε κοντά στο σημείο όπου ο λύκος θα μπορεί να ελέγχεται πλήρως ή ακόμη και να θεραπεύεται; Ποιες καινοτόμες θεραπείες ή ερευνητικές κατευθύνσεις σας κάνουν πιο αισιόδοξο για το μέλλον;
Ο λύκος παραμένει μια σύνθετη, απαιτητική νόσος, αλλά σήμερα είμαστε σαφώς πιο κοντά σε αυτό που πριν από λίγα χρόνια φαινόταν μακρινό: σταθερό, μακροχρόνιο έλεγχο της νόσου με ελάχιστη βλάβη οργάνων για μεγάλο ποσοστό ασθενών. Δεν θα μιλούσα ακόμη για “θεραπεία” με την κλασική έννοια της ίασης, αλλά για μια πορεία όπου ο στόχος της ύφεσης και της πρόληψης της βλάβης είναι ρεαλιστικός.
Οι καινοτομίες που αλλάζουν το τοπίο σήμερα είναι οι ακόλουθες:
-Στοχευμένες βιολογικές θεραπείες ή βιολογικά φάρμακα (φάρμακα που στοχεύουν συγκεκριμένα μόρια ή κύτταρα που θεωρούνται κεντρικής σημασίας στην παθογένεση της νόσου). Τα φάρμακα αυτά επιτρέπουν πιο ακριβή, εξατομικευμένη παρέμβαση, με λιγότερη εξάρτηση από τα κορτικοστεροειδή.
-Στρατηγική Treat-to-Target και πρόληψη βλάβης. Η έννοια του σαφούς θεραπευτικού στόχου (ύφεση, χαμηλή δραστηριότητανόσου, ελαχιστοποίηση κορτιζόνης, πρόληψη βλάβης οργάνων) έχει αρχίσει να ενσωματώνεται στις κατευθυντήριες οδηγίες και στην καθημερινή κλινική πράξη.
-Βιοδείκτες και εξατομικευμένη ιατρική: Γενετικά ή/και μοριακά προφίλ (όπως η υπογραφή ιντερφερόνης) και νέοι βιοδείκτες βοηθούν στην κατηγοριοποίηση των ασθενών και στην επιλογή της κατάλληλης θεραπείας για τον σωστό ασθενή, τη σωστή στιγμή.
-Κυτταρικές θεραπείες και “ριζική” ανοσοτροποποίηση. Πρώιμα δεδομένα από θεραπείες όπως CAR‑T και T-cellengagers δείχνουν ότι, σε πολύ επιλεγμένες περιπτώσεις, μπορούμε να πετύχουμε βαθιά, παρατεταμένη ύφεση. Ακόμη δεν είναι λύσεις για όλους, αλλά δείχνουν προς τα πού κινείται το μέλλον.
Κρατώ δύο πράγματα μαζί: ρεαλισμό και αισιοδοξία. Ο λύκος δεν έχει “λυθεί”· όμως, σε σχέση με την εικόνα πριν από 10–15 χρόνια, οι δυνατότητές μας να ελέγξουμε τη νόσο, να προστατεύσουμε τα όργανα και να προσφέρουμε στους ασθενείς μια πιο προβλέψιμη, ποιοτική ζωή έχουν βελτιωθεί θεαματικά. Και αυτό, για μένα, είναι ήδη μια μικρή επανάσταση.
«Η σχέση μου με την Ελλάδα παραμένει βαθιά και ενεργή»
-Έχετε πλέον κατακτήσει ακαδημαϊκή αναγνώριση και ερευνητική καταξίωση και είστε ιδιαίτερα αγαπητός στους ασθενείς σας. Ποιοι είναι οι επόμενοι στόχοι σας για το μέλλον; Υπάρχει στα σχέδια σας το ενδεχόμενο της επιστροφής στην Ελλάδα;
Νιώθω πραγματικά ευγνώμων για την πορεία μου στον Καναδά. Έχω καταφέρει να χτίσω μια ισχυρή ακαδημαϊκή βάση, να αναπτύξω ερευνητική δραστηριότητα με διεθνή αντίκτυπο και να έχω μια σχέση εμπιστοσύνης με τους ασθενείς μου. Οι ακαδημαϊκές διακρίσεις, οι διακρίσεις από τους εκπαιδευόμενους και η αναγνώριση από τους ασθενείς αποτελούν για μένα μεγάλη τιμή και ευθύνη.
Σχετικά με τους επόμενους στόχους μου, σκοπεύω να συνεχίσω την ανάπτυξη της Κλινικής και Βιοτράπεζας Λύκου στο Πανεπιστήμιο McMaster και να την καταστήσω ένα διεθνές κέντρο αριστείας σε κλινικό, εκπαιδευτικό και ερευνητικό επίπεδο. Πιστεύω ότι έχουμε όλες τις προϋποθέσεις για να δημιουργήσουμε έναν κόμβο που θα παράγει γνώση, θα εκπαιδεύει νέους ιατρούς και θα προσφέρει στους ασθενείς την πιο σύγχρονη και ολοκληρωμένη φροντίδα.
Παράλληλα, θέλω να ενισχύσω τον ρόλο μου στην ιατρική εκπαίδευση και να επεκτείνω το έργο του CANIOS Lupus Academy, ώστε να έχει ακόμη μεγαλύτερη εμβέλεια σε εθνικό επίπεδο. Η Ακαδημία Λύκου είναι μια εκπαιδευτική πρωτοβουλία που ξεκίνησα πριν 2 χρόνια με σκοπό την βελτίωση της εκπαίδευσης στον λύκο για τους ειδικευόμενους ρευματολόγους στον Καναδά.
Η σχέση μου με την Ελλάδα παραμένει βαθιά και ενεργή. Συνεργάζομαι με το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης σε εκπαιδευτικά προγράμματα και συμμετέχω τακτικά ως ομιλητής σε ελληνικά συνέδρια και επιστημονικές εκδηλώσεις. Είναι σημαντικό για μένα να μεταφέρω τεχνογνωσία, εμπειρία και καλές πρακτικές στην ελληνική ιατρική κοινότητα.
Δεν υπάρχει άμεσο πλάνο επιστροφής, γιατί η επαγγελματική μου πορεία είναι πλέον στενά συνδεδεμένη με τον Καναδά. Πρόσφατα, προήχθηκα σε αναπληρωτή καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του McMaster και αυτή η θέση ανοίγει καινούργιες ευκαιρίες και προκλήσεις για το μέλλον.
Η “επιστροφή” για μένα δεν είναι μόνο γεωγραφική. Είναι και ηθική: να προσφέρεις πίσω στη χώρα σου γνώση, εμπειρία και υποστήριξη εκεί όπου μπορούν να κάνουν διαφορά. Και αυτό είναι κάτι που θα συνεχίσω να κάνω με μεγάλη χαρά.
Δρ Κωνσταντίνος Τσέλιος: «Το εξωτερικό ανοίγει δρόμους αλλά χρειάζεται να χτίσεις τον εαυτό σου από την αρχή»
-Αν σήμερα ένας νέος Έλληνας γιατρός σάς έλεγε ότι σκέφτεται να αναζητήσει εργασία στο εξωτερικό, τι θα του λέγατε;
Θα του έλεγα να το κάνει – αλλά να το κάνει για τους σωστούς λόγους. Το εξωτερικό μπορεί να σου δώσει τεράστιες ευκαιρίες: σταθερότητα, οργάνωση, ακαδημαϊκή εξέλιξη, πρόσβαση σε πόρους και ένα περιβάλλον που σε βοηθά να αναπτυχθείς. Αλλά δεν είναι εύκολο. Χρειάζεται αντοχή, πειθαρχία και διάθεση να ξαναχτίσεις τον εαυτό σου από την αρχή.
Θα του έλεγα λοιπόν: αν έχεις όραμα, διάθεση για δουλειά και θέλεις πραγματικά να εξελιχθείς, το εξωτερικό μπορεί να σου ανοίξει δρόμους που ίσως δεν υπάρχουν στην Ελλάδα. Αλλά να πας προετοιμασμένος, με ρεαλισμό και με σεβασμό στη χώρα που θα σε υποδεχτεί.
Και κάτι ακόμη: το να φύγεις δεν σημαίνει ότι “φεύγεις από την Ελλάδα”. Σημαίνει ότι μεγαλώνεις, μαθαίνεις και —αν το θέλεις— επιστρέφεις με τρόπο που έχει πραγματικό αντίκτυπο. Η πορεία στο εξωτερικό είναι μια μεγάλη πρόκληση, αλλά μπορεί να γίνει και μια μεγάλη ευκαιρία. Αρκεί να ξέρεις γιατί φεύγεις και τι θέλεις να χτίσεις.
Ποιος είναι ο Δρ Κωνσταντίνος Τσέλιος
Ο Κωνσταντίνος Τσέλιος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου McMaster, στο Οντάριο του Καναδά. Εκπαιδεύθηκε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης όπου ολοκλήρωσε και την διδακτορική του διατριβή το 2013. Το 2014, μετέβη στον Καναδά ως Clinical Fellow στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο. Το 2018 ολοκλήρωσε το MSc in Medical Education, University of Toronto.
Από το 2021, αναπτύσσει την Κλινική και Βιοτράπεζα Λύκου στο Ιατρικό Κέντρο του McMaster και είναι Διευθυντής του McMaster SLE Fellowship. Έχει δημοσιεύσει περισσότερα από 80 επιστημονικά άρθρα και κεφάλαια σε βιβλία σχετικά με την συστηματική αυτοανοσία και τον λύκο. Επίσης ασχολείται ενεργά με την εκπαίδευση νέων ιατρών και ασθενών με λύκο μέσα από την ανάπτυξη video modules και podcasts/webinars και έχει ηγετικό ρόλο στην συνηγορία υπέρ των ασθενών (advocacy) για την πρόσβαση σε νέες θεραπείες.
Ο Δρ Τσέλιος έχει δημοσιεύσει περισσότερα από 80 επιστημονικά άρθρα και κεφάλαια σε βιβλία σχετικά με την συστηματική αυτοανοσία και τον λύκο.







