Αποκλειστική συνέντευξη με τον επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας, Δρ Eric Peeples, Καθηγητής Νεογνολογίας στο Ακαδημαϊκό Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου της Νεμπράσκα (UNMC).
Από τη Γιάννα Τριανταφύλλη
Μια μεγάλης κλίμακας μελέτη φέρνει στο προσκήνιο ένα σημαντικό ζήτημα δημόσιας υγείας: τη χρήση φαρμάκων κατά την εγκυμοσύνη. Αναλύοντας εκατομμύρια γεννήσεις, Αμερικανοί ερευνητές εντόπισαν πιθανή συσχέτιση μεταξύ της προγεννητικής έκθεσης σε ευρέως συνταγογραφούμενα φάρμακα και της εμφάνισης της Διαταραχής Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ) στα παιδιά.
Το ανησυχητικό είναι ότι στα φάρμακα που εξετάστηκαν περιλαμβάνονται ευρέως χρησιμοποιούμενα φάρμακα, όπως τα αντικαταθλιπτικά, τα αντιψυχωσικά, οι β-αναστολείς και οι στατίνες.
Όλες αυτές οι φαρμακευτικές ουσίες ανήκουν στην κατηγορία φαρμάκων SBIMs (Sterol Biosynthesis-Inhibiting Medications), φάρμακα που έχουν σαν κύρια δράση την αναστολή της βιοσύνθεσης στερολών (όπως η χοληστερόλη) στο σώμα.
Τα ανησυχητικά ευρήματα της μελέτης
Ερευνητική ομάδα από το Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου της Νεμπράσκα (UNMC) ανέλυσε δεδομένα από σχεδόν 6 εκατομμύρια μητέρες και παιδιά στις Ηνωμένες Πολιτείες, για την περίοδο 2014–2023.
Οι ερευνητές εξέτασαν τη σχέση μεταξύ δεκαπέντε φαρμάκων SBIMs που συνταγογραφούνται συχνά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και της συχνότητας εμφάνισης διαταραχών του φάσματος του αυτισμού στους απογόνους που προκύπτουν.
Τα ευρήματα έδειξαν ότι, οι γυναίκες που έλαβαν τουλάχιστον ένα από τα φάρμακα που εξετάστηκαν στη μελέτη είχαν 1,47 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να αποκτήσουν παιδί με ΔΑΦ, ενώ ο κίνδυνος αυξανόταν σημαντικά όταν συνδυάζονταν περισσότερα από ένα φάρμακα.
Συγκεκριμένα, κάθε επιπλέον φάρμακο αύξανε τον σχετικό κίνδυνο κατά 1,33 φορές, φτάνοντας έως και 2,33 φορές υψηλότερο όταν χρησιμοποιούνταν τέσσερα ή περισσότερα.
Από τα περίπου 235.000 παιδιά που διαγνώστηκαν με ΔΑΦ, το 15% είχε προγεννητική έκθεση σε SBIMs. Παράλληλα, παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση στη χρήση αυτών των φαρμάκων κατά την εγκυμοσύνη, από 4,6% το 2014 σε 16,8% το 2023.
Η σημασία της χοληστερόλης στην εμβρυϊκή ανάπτυξη
Οι ερευνητές τονίζουν πως τα ευρήματα αυτά προκαλούν εύλογα ανησυχία καθώς υποδεικνύουν ότι η έκθεση κατά την εγκυμοσύνη σε φάρμακα που επηρεάζουν τη βιοσύνθεση της χοληστερόλης σχετίζεται με αυξημένη πιθανότητα διάγνωσης αυτισμού.
Όπως σημειώνουν, η βιολογική βάση αυτής της συσχέτισης πιθανότατα να σχετίζεται με τον κρίσιμο ρόλο της χοληστερόλης στην ανάπτυξη του εμβρυϊκού εγκεφάλου. Η χοληστερόλη παίζει καίριο ρόλο στην ανάπτυξη του εμβρύου, ιδιαίτερα για τον εγκέφαλο, ο οποίος περιέχει περισσότερη χοληστερόλη από οποιοδήποτε άλλο όργανο.
Ο εμβρυϊκός εγκέφαλος αρχίζει να παράγει τις δικές του στερόλες περίπου μεταξύ 19ης – 20ης εβδομάδας της κύησης. Η διαταραχή της σύνθεσης στερολών κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου μπορεί να επηρεάσει ορισμένες νευροαναπτυξιακές διεργασίες, όπως αποδεικνύεται και σε σπάνιες γενετικές καταστάσεις όπως το Σύνδρομο Smith-Lemli-Opitz, το οποίο συχνά συνοδεύεται από αυτιστικά χαρακτηριστικά.
Ωστόσο, οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι τα ευρήματα δεν αποδεικνύουν αιτιώδη σχέση αλλά μια στατιστική συσχέτιση που απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση.
Οι έγκυες γυναίκες, τονίζουν οι ερευνητές, δεν πρέπει να διακόπτουν ή να τροποποιούν τη θεραπεία τους χωρίς ιατρική καθοδήγηση, καθώς πολλά από τα συγκεκριμένα φάρμακα είναι απαραίτητα για τη διατήρηση της υγείας της μητέρας. Αντίθετα, προτείνεται εξατομικευμένη προσέγγιση, αποφυγή πολυφαρμακίας όπου είναι εφικτό και διερεύνηση ασφαλέστερων εναλλακτικών.
Δρ Eric Peeples: «Επαναξιολόγηση – και όχι διακοπή – της φαρμακευτικής αγωγής κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης»
Για τα ευρήματα της μελέτης μιλά στο Health Next Generation ο επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας, Δρ Eric Peeples MD, PhD, Νεογνολόγος και Καθηγητής στο Ακαδημαϊκό Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου της Νεμπράσκα (UNMC).
-Τι σας ώθησε να διερευνήσετε την πιθανή σύνδεση μεταξύ των φαρμάκων SBIMs και της διαταραχής του αυτιστικού φάσματος και ποια είναι η σημασία των ευρημάτων που προέκυψαν;
Η χοληστερόλη αποτελεί βασικό δομικό στοιχείο για την ανάπτυξη του εγκεφάλου. Ορισμένα φάρμακα – είτε σκόπιμα είτε ακούσια – μπορούν να αναστείλουν τη βιοσύνθεση της χοληστερόλης. Τα μέλη της ερευνητικής μας ομάδας μελετούν την αναστολή στερολών από ευρέως συνταγογραφούμενα φάρμακα εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες, σε κυτταρικές καλλιέργειες, σε έγκυα μοντέλα ποντικών και στο αίμα ασθενών που λαμβάνουν αυτά τα φάρμακα.
Η διαθεσιμότητα της βάσης δεδομένων Cosmos EPIC μάς επέτρεψε να επεκτείνουμε αυτές τις μελέτες σε μεγάλη κλίμακα και στον τομέα του αυτιστικού φάσματος. Το βασικό μας εύρημα ήταν ότι εντοπίσαμε μια συσχέτιση με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης ΔΑΦ στο παιδί αργότερα στη ζωή, όταν η μητέρα είχε λάβει κατά την εγκυμοσύνη φάρμακα που αναστέλλουν τη βιοσύνθεση στερολών (SBIMs). Οι ισχυρότερες συσχετίσεις παρατηρήθηκαν με τα φάρμακα aripiprazole, cariprazine και τις στατίνες.
Επιπλέον, όπως διαπιστώθηκε, όταν η μητέρα λάμβανε περισσότερα από ένα τέτοια φάρμακα ταυτόχρονα, η πιθανότητα εμφάνισης ΔΑΦ στο παιδί αυξανόταν ακόμη περισσότερο. Τα ευρήματα αυτά είναι ιδιαίτερα σημαντικά για έναν επιπλέον λόγο: η συνταγογράφηση αυτών των φαρμάκων κατά την εγκυμοσύνη υπερτριπλασιάστηκε μέσα σε μία δεκαετία.
-Πιστεύετε ότι η αύξηση στη χρήση αυτών των φαρμάκων σχετίζεται άμεσα με την αύξηση των διαγνώσεων αυτισμού; Πόσο κοντά είμαστε στο να μιλάμε για αιτιώδη σχέση;
Η ΔΑΦ έχει πολλές αιτίες και η αύξηση στις διαγνώσεις πιθανότατα οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, όπως αλλαγές στα διαγνωστικά κριτήρια καθώς και αυξημένη ευαισθητοποίηση. Ωστόσο, τα αποτελέσματά μας υποδηλώνουν ότι η αυξημένη χρήση αυτών των φαρμάκων μπορεί επίσης να έχει παίξει κάποιο ρόλο.
Η μελέτη μας έδειξε συσχέτιση με αυξημένη πιθανότητα ΔΑΦ όταν αυτά τα φάρμακα χορηγούνται κατά την εγκυμοσύνη. Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότερες γυναίκες που τα έλαβαν δεν απέκτησαν παιδί με ΔΑΦ.
Ένας λόγος που τα ευρήματά μας είναι σημαντικά – παρά το γεγονός ότι δεν πρόκειται για τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή – είναι ότι μια τέτοια δοκιμή θα απαιτούσε πολύ μεγάλο δείγμα και θα ήταν ηθικά προβληματική.
-Τα ευρήματα αυτά εύλογα θα προκαλέσουν ανησυχία σε πολλές γυναίκες που, ενώ βρίσκονται σε κατάσταση εγκυμοσύνης, είναι αναγκαίο να λαμβάνουν κάποιο από τα φάρμακα που συμπεριλάβατε στην μελέτη σας. Τι θα τους προτείνατε;
Αυτό που θα τους έλεγα είναι «μην διακόπτετε κανένα φάρμακο χωρίς να συμβουλευτείτε τον γιατρό σας. Ο γιατρός μπορεί να σας βοηθήσει να κατανοήσετε τα οφέλη για την υγεία σας και τους πιθανούς κινδύνους για το μωρό. Συζητήστε μαζί του εάν υπάρχουν ασφαλέστερες εναλλακτικές θεραπείες».
Είναι σημαντικό να ειπωθεί ότι, ο κίνδυνος διαφέρει από άτομο σε άτομο και εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως είναι τα γονίδια της μητέρας και του παιδιού, ο τρόπος ζωής, οι τυχόν παθήσεις της μητέρας και η δόση, η διάρκεια και ο χρόνος λήψης του φαρμάκου που λαμβάνεται. Απαιτείται περισσότερη έρευνα για την καλύτερη κατανόηση αυτού του κινδύνου.
-Ποιο είναι το μεγαλύτερο δίλημμα που αντιμετωπίζουν οι γιατροί όταν συνταγογραφούν φάρμακα κατά την εγκυμοσύνη;
Κάθε ιατρική παρέμβαση – συμπεριλαμβανομένης της συνταγογράφησης φαρμάκων – έχει οφέλη και κινδύνους. Πολλοί από αυτούς τους κινδύνους είναι ήδη γνωστοί, ωστόσο καθώς η επιστήμη εξελίσσεται, διαρκώς εντοπίζονται και νέοι κίνδυνοι.
Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για κάποιες επιδράσεις στο παιδί που μπορεί να εμφανιστούν μήνες ή και χρόνια μετά τη γέννησή του. Έτσι, οι γιατροί σε πολλές περιπτώσεις καλούνται να καθοδηγούν τις εγκύους λαμβάνοντας αποφάσεις με βάση συχνά ελλιπή και συνεχώς εξελισσόμενα ιατρικά δεδομένα.
-Ποιο είναι το βασικό στοιχείο που θα θέλατε να κρατήσουμε από τα ευρήματα της σημαντικής αυτής μελέτης;
Τα ευρήματα προέρχονται από μια επιστημονική μελέτη που βασίστηκε σε μία από τις μεγαλύτερες βάσεις δεδομένων υγείας στον κόσμο. Η έρευνα αυτή αποτελεί μέρος μιας προσπάθειας άνω των 15 ετών για την κατανόηση του ρόλου της χοληστερόλης στην ανάπτυξη του εγκεφάλου.
Από τα ευρήματα που προέκυψαν εγείρονται σημαντικά ερωτήματα σχετικά με τη χρήση των φαρμάκων SBIMs κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, μια περίοδο κατά την οποία ακόμη και μικρές βιοχημικές διαταραχές μπορεί να έχουν υπερβολικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη του εγκεφάλου του εμβρύου
Η κλινική σημασία της μελέτης έγκειται κυρίως στην ανάγκη για πιο προσεκτική επαναξιολόγηση της φαρμακευτικής αγωγής κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Ωστόσο, δεν προτείνουμε σε καμία γυναίκα να διακόψει σημαντικά ή σωτήρια φάρμακα κατά την εγκυμοσύνη.
Οι αποφάσεις πρέπει πάντα να λαμβάνονται σε συνεργασία με τον γιατρό. Και το κυριότερο: oι μητέρες δεν πρέπει να κατηγορούν τον εαυτό τους εάν έλαβαν αυτά τα φάρμακα και το παιδί τους εμφανίσει ΔΑΦ ούτε βέβαια να τις κατηγορούν και οι άλλοι.
Ποιος είναι ο Δρ Eric Peeples
Ο Δρ Eric Peeples είναι Νεογνολόγος και Καθηγητής στο Ακαδημαϊκό Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου της Νεμπράσκα (UNMC).Είναι επίσης Ιατρικός Διευθυντής στην Νευροεπιστημονική Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών (NICU) του Παιδιατρικού Κέντρου της Νεμπράσκα (Children’s Nebraska).
Η έρευνά του επικεντρώνεται κατά κύριο λόγο στο πώς οι εκθέσεις σε πρώιμο στάδιο της ζωής διαμορφώνουν τη νεογνική εγκεφαλική βλάβη, την επιδιόρθωση και τα μακροπρόθεσμα νευροαναπτυξιακά αποτελέσματα.
Ο Δρ. Peeples ηγείται περιφερειακών κλινικών προγραμμάτων στις ΗΠΑ για την τυποποίηση της νεογνικής φροντίδας που επικεντρώνεται στον εγκέφαλο, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης ενός περιφερειακού μητρώου για βρέφη που διατρέχουν κίνδυνο νεογνικής εγκεφαλοπάθειας.
Τα ευρήματα της μελέτης δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Molecular Psychiatry: https://www.nature.com/articles/s41380-026-03610-7







