Όταν το σύστημα καθυστερεί, η διατροφική διαταραχή εδραιώνεται και κερδίζει χρόνο, αποδυναμώνοντας τον ασθενή και την οικογένεια του
Γράφει η Δρ Μαρία Τσιάκα, PhD Psychological medicine, Kings College London και πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Διατροφικών Διαταραχών.
Η υπερφόρτωση των δημόσιων δομών για τις Διαταραχές Πρόσληψης Τροφής δεν είναι ένα απλό σύμπτωμα δυσλειτουργίας του συστήματος υγείας. Είναι μια κατάσταση που επηρεάζει άμεσα την πρόγνωση των ασθενών. Στις διατροφικές διαταραχές, και ιδιαίτερα στη νευρική ανορεξία, η έγκαιρη και εξειδικευμένη παρέμβαση είναι καθοριστικής σημασίας. Όταν η πρόσβαση καθυστερεί, η νόσος εδραιώνεται: οι διατροφικοί περιορισμοί γίνονται πιο σταθεροί, οι φόβοι γύρω από το φαγητό και το σώμα ενισχύονται, οι οικογένειες αποδιοργανώνονται και οι ιατρικοί κίνδυνοι αυξάνονται.
Αυτό που συμβαίνει σήμερα στη χώρα μας είναι ανησυχητικό, γιατί δείχνει ότι η ανάγκη είναι πολύ μεγαλύτερη από τη διαθέσιμη εξειδικευμένη φροντίδα. Οι δημόσιες δομές πιέζονται από ελλείψεις προσωπικού, περιορισμένες δυνατότητες νοσηλείας, μεγάλες αναμονές και αδυναμία να καλύψουν τον αυξανόμενο αριθμό περιστατικών. Για έναν ασθενή και την οικογένειά του, αυτό δεν μεταφράζεται απλώς σε καθυστέρηση ενός ραντεβού. Μεταφράζεται σε εβδομάδες ή μήνες αβεβαιότητας, φόβου και συχνά επιδείνωσης της νόσου με σοβαρές επιπλοκές και συνέπειες.
Στο Ελληνικό Κέντρο Διατροφικών Διαταραχών βιώνουμε αυτή την πραγματικότητα με πολύ συγκεκριμένο τρόπο. Συναντούμε οικογένειες που φτάνουν εξαντλημένες, όχι επειδή δεν προσπάθησαν, αλλά επειδή δεν ήξεραν πού να απευθυνθούν ή επειδή δεν βρήκαν έγκαιρα εξειδικευμένη ομάδα. Συχνά έχουν προηγηθεί αποσπασματικές παρεμβάσεις, αντικρουόμενες οδηγίες ή θεραπείες που δεν ήταν προσαρμοσμένες στη σοβαρότητα της νόσου προκαλώντας σύγχυση, ενοχή και απώλεια πολύτιμου χρόνου.
Η επιστημονική γνώση είναι πλέον σαφής: οι διατροφικές διαταραχές δεν αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά με μεμονωμένες παρεμβάσεις. Χρειάζονται διεπιστημονική προσέγγιση, συντονισμένο θεραπευτικό πλάνο, ιατρική παρακολούθηση, ψυχοθεραπευτική παρέμβαση, διατροφική αποκατάσταση και ουσιαστική εμπλοκή της οικογένειας. Η νόσος επηρεάζει ταυτόχρονα τη νευροβιολογία του εγκέφαλου, το σώμα, τη συμπεριφορά και τις σχέσεις. Άρα και η θεραπεία πρέπει να είναι εξίσου ολοκληρωμένη.
Για τη χώρα μας, το μπλοκάρισμα των δομών πρέπει να λειτουργήσει ως προειδοποιητικό σήμα. Δεν αρκεί να υπάρχουν λίγοι εξειδικευμένοι χώροι που προσπαθούν να καλύψουν ένα εθνικό κενό. Χρειάζεται οργανωμένο δίκτυο φροντίδας, εκπαίδευση και εξειδίκευση επαγγελματιών, δημόσιες μονάδες με επαρκές προσωπικό και πρωτόκολλα πρώιμης παρέμβασης. Κάθε καθυστέρηση στην εξειδικευμένη θεραπεία δεν είναι ουδέτερη. Μπορεί να επιβαρύνει τη σωματική υγεία, να βαθύνει την ψυχοπαθολογία και να κάνει την ανάρρωση πιο δύσκολη.
Αν θέλουμε πραγματικά να προστατεύσουμε τους ασθενείς, πρέπει να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε τις διατροφικές διαταραχές ως δευτερεύον ζήτημα ψυχικής υγείας. Είναι σοβαρές, σύνθετες και δυνητικά απειλητικές για τη ζωή νόσοι. Και όταν το σύστημα δεν μπορεί να ανταποκριθεί εγκαίρως, το κόστος δεν είναι μόνο θεσμικό. Είναι ανθρώπινο.







