Της Γιάννας Τριανταφύλλη.
Η Δρ. Αγγελική Ασημάκη γνωρίζει πολύ καλά τα μυστικά της … καρδιάς όχι μόνο ως γιατρός αλλά και ως ασθενής! Γεννήθηκε με δύο συγγενείς καρδιοπάθειες, ζει με βηματοδότη από τα 15 της χρόνια, έχει υποβληθεί σε εννέα καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις και στα 29 της χρόνια επιβίωσε από σοβαρό αιμορραγικό εγκεφαλικό επεισόδιο. Οι σοβαρές αυτές δοκιμασίες υγείας όχι μόνο δεν την λύγισαν αλλά έγιναν πηγή δύναμης και προσφοράς στη μετέπειτα πορεία της ζωής της.
Σήμερα, η Δρ Ασημάκη είναι κορυφαία Καρδιολόγος και Ανώτερη Λέκτορας στην Ιατρική Σχολή του St. George’s University του Λονδίνου και έχει αφιερώσει το ερευνητικό της έργο στην έγκαιρη διάγνωση της αρρυθμιογόνου μυοκαρδιοπάθειας και στην πρόληψη της αιφνίδιας καρδιακής ανακοπής στα παιδιά. Έχει επίσης διατελέσει ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και στο Νοσοκομείο «Beth Israel Deaconess» της Βοστώνης.
Τα τελευταία χρόνια εργάζεται πάνω σε μια μη επεμβατική μέθοδο έγκαιρου εντοπισμού των παιδιών που κινδυνεύουν από καρδιακή ανακοπή. Χρησιμοποιώντας ένα απλό τεστ με δείγμα από το μάγουλο (την εσωτερική πλευρά της παρειάς), μπορεί να διαπιστωθεί γρήγορα εάν ένα παιδί διατρέχει άμεσο κίνδυνο καρδιακής ανακοπής.
Στη συνέντευξη που παραχώρησε στο Health Next Generation, η Δρ Ασημάκη μιλά για την προσωπική περιπέτεια υγείας που μετατράπηκε σε κινητήρια δύναμη της επιστημονικής της πορείας, για το ιατρικό λάθος που σημάδεψε τη ζωή της, για τα όρια της σύγχρονης διάγνωσης αλλά και το μεγάλο στοίχημα της καρδιολογίας: να μπορούμε να παρεμβαίνουμε πριν η καρδιακή νόσος γίνει μη αναστρέψιμη.
Εξηγεί επίσης τους λόγους για τους οποίους δεν σχεδιάζει να επιστρέψει στην Ελλάδα αλλά και για όσα πρέπει να αλλάξουν, ώστε η επόμενη γενιά Ελλήνων επιστημόνων να μπορεί να μείνει και να δημιουργήσει εδώ, στην χώρα μας.
-Έχετε αφιερώσει το ερευνητικό σας έργο στην έγκαιρη διάγνωση παιδιών που κινδυνεύουν από αιφνίδια καρδιακή ανακοπή. Σε ποιο βαθμό η επιλογή αυτή επηρεάστηκε από τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίσατε και η ίδια από νεαρή ηλικία;
Νομίζω ότι η μόνη πραγματικά ευάλωτη πλευρά μου ως επιστήμονα ήταν ακριβώς τα προβλήματα που έχω αντιμετωπίσει η ίδια ως καρδιοπαθής. Από πολύ μικρή ηλικία έχω ζήσει από την πλευρά του ασθενούς την αβεβαιότητα, τον φόβο, τις εξετάσεις, τις επεμβάσεις και το ερώτημα: «Τι θα μου συμβεί στο μέλλον;». Αυτό δεν καθόρισε απλώς την επιστημονική μου πορεία. Της έδωσε σκοπό.
Όταν άρχισα να ασχολούμαι με τις παθήσεις που προκαλούν αιφνίδιο θάνατο σε νέους ανθρώπους, δεν τις έβλεπα μόνο μέσα από το μικροσκόπιο. Καταλάβαινα, σε ένα πολύ προσωπικό επίπεδο, τι σημαίνει να είσαι ένας νέος άνθρωπος που φοβάται για την καρδιά του. Αυτός είναι και ο λόγος που με ενδιαφέρει τόσο πολύ η έγκαιρη διάγνωση. Δεν θέλω ένα παιδί να χρειαστεί να περιμένει μέχρι να εμφανίσει σοβαρά συμπτώματα για να καταλάβουμε ότι υπάρχει πρόβλημα. Θέλω να μπορούμε να το εντοπίζουμε νωρίτερα, όταν το παιδί είναι ακόμη καλά, και να του δώσουμε την ευκαιρία να μεγαλώσει γνωρίζοντας τι συμβαίνει και έχοντας την κατάλληλη παρακολούθηση και προστασία.
Αν με ρωτάτε σε ποιο βαθμό η προσωπική μου ιστορία επηρέασε την επιλογή μου, θα έλεγα πως ήταν η μεγαλύτερη εφαλτήριος δύναμη. Η επιστήμη δεν είναι η δουλειά μου. Είναι η ανάγκη να βρω απαντήσεις για ανθρώπους που περνούν όσα πέρασα κι εγώ. Αυτό είναι το μεγαλύτερο θετικό που μου έδωσε η δική μου περιπέτεια με την καρδιά μου: όχι μόνο την ευαισθησία να καταλαβαίνω τον ασθενή, αλλά και την αποφασιστικότητα να προσπαθώ να αλλάξω αυτό που σήμερα δεν γνωρίζουμε.
-Θυμάστε τη στιγμή που είπατε στον εαυτό σας «θέλω να γίνω γιατρός»; Ήταν ένα παιδικό όνειρο ή γεννήθηκε μέσα από τις ατελείωτες ώρες που περάσατε ως ασθενής στα νοσοκομεία;
Νομίζω ότι, με έναν παράξενο τρόπο, οι διάδρομοι και οι θάλαμοι του Ωνασείου έγιναν μέρος της διαδρομής που με οδήγησε εκεί όπου βρίσκομαι σήμερα. Δεν ήταν απλώς ένα παιδικό όνειρο που παρέμεινε ζωντανό. Έγινε μια βαθύτερη ανάγκη να μπορέσω κάποτε να προσφέρω στους άλλους αυτό που είχα ανάγκη κι εγώ ως παιδί: γνώση, απαντήσεις και, πάνω απ’ όλα, ελπίδα.
-Έχετε ζήσει την ιατρική και από τις δύο όψεις της: πρώτα ως ασθενής και μετά ως γιατρός. Πώς έχει διαμορφώσει αυτή η εμπειρία τον χαρακτήρα σας αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζετε σήμερα τους ασθενείς σας και τις επιστημονικές προκλήσεις που επιλέγετε να ερευνήσετε;
Το ότι έχω ζήσει την ιατρική και από τις δύο πλευρές έχει διαμορφώσει βαθιά και τον χαρακτήρα μου και τον τρόπο με τον οποίο βλέπω τη δουλειά μου. Μου έδωσε, πάνω απ’ όλα ενσυναίσθηση. Ως ασθενής έμαθα πολύ νωρίς τι σημαίνει να φοβάσαι, να περιμένεις απαντήσεις, να μην ξέρεις τι θα φέρει η επόμενη εξέταση ή η επόμενη ημέρα. Όταν, λοιπόν, σήμερα έχω απέναντί μου έναν ασθενή που περνάει κάτι αντίστοιχο, υπάρχει κάτι πολύ ιδιαίτερο που μπορώ να του πω: ότι δεν τον καταλαβαίνω απλώς, αλλά ότι νιώθω βαθιά αυτό που περνάει. Και νομίζω ότι αυτή είναι μια σχέση εμπιστοσύνης που δεν μπορεί να διδαχθεί μέσα από ένα βιβλίο.
Ταυτόχρονα, η δική μου εμπειρία ως ασθενούς με έχει κάνει πολύ πιο πεισματάρα ως επιστήμονα. Όταν υπάρχει ένα ερώτημα που αφορά τη ζωή ενός ανθρώπου, αρνούμαι να αποδεχτώ το «δεν ξέρουμε ακόμη». Το «δεν ξέρουμε» για μένα δεν είναι το τέλος της διαδρομής. Είναι η αρχή της έρευνας. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που επιλέγω τόσο δύσκολα επιστημονικά προβλήματα. Γιατί πίσω από κάθε άγνωστο μηχανισμό, κάθε βιοδείκτη και κάθε νέα θεραπευτική προσέγγιση υπάρχει ένας άνθρωπος που περιμένει μια απάντηση. Και ξέρω πολύ καλά πώς αισθάνεται αυτός ο άνθρωπος, γιατί στην ίδια θέση βρίσκομαι κι εγώ.
-Έχετε μιλήσει ανοιχτά για το γεγονός ότι το δεύτερο καρδιολογικό σας πρόβλημα διαγνώστηκε πολύ αργά, στα 29 σας χρόνια, αφού είχε προηγηθεί εγκεφαλικό επεισόδιο. Σήμερα, ως γιατρός πλέον, πώς βλέπετε εκείνη την λάθος διάγνωση;
Κάποτε μου προκαλούσε πάρα πολύ θυμό. Σήμερα, όμως, έχω συμφιλιωθεί με το γεγονός. Έχω μάθει ότι σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, γίνονται λάθη. Οι γιατροί είναι άνθρωποι και, όσο εξελίσσεται η επιστήμη, υπάρχουν πράγματα που τότε δεν γνωρίζαμε ή δεν μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε όπως μπορούμε σήμερα. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι οι συνέπειες ενός λάθους εξαφανίζονται. Η καθυστερημένη διάγνωση με ταλαιπώρησε πολύ. Εξακολουθώ να παλεύω με τις επιπτώσεις της σήμερα και ξέρω ότι θα παλεύω για πάντα. Όμως κάποια στιγμή αποφάσισα να μην αφήσω αυτό που μου συνέβη να ορίσει τη ζωή μου. Είμαι εδώ. Είμαι ζωντανή. Μπορώ να κάνω τη δουλειά που αγαπώ, μπορώ να βοηθάω άλλους ανθρώπους και, ίσως το πιο σημαντικό για μένα, έχω κάνει δύο παιδιά.
Αν έχω κρατήσει κάτι από εκείνη την εμπειρία, είναι ότι δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω τον χρόνο. Μπορούμε όμως να προσπαθήσουμε να κάνουμε την ιατρική λίγο καλύτερη, ώστε ο επόμενος άνθρωπος που θα βρεθεί στη θέση μου να έχει μια καλύτερη και πιο έγκαιρη απάντηση. Και ίσως αυτός είναι ο πιο ουσιαστικός τρόπος με τον οποίο μπορώ σήμερα να αποδεχτώ ό,τι συνέβη: να μετατρέψω τη ‘‘λάθος διάγνωση’’ σε κίνητρο για να βοηθήσω να μη συμβεί το ίδιο σε κάποιον άλλον.
-Πόσο πιθανό είναι να γεννηθεί ένα παιδί με δύο ή περισσότερα διαφορετικά προβλήματα στην καρδιά;
Στη δική μου περίπτωση μιλάμε για έναν αρκετά ασυνήθιστο συνδυασμό: γεννήθηκα με μεσοκολπική επικοινωνία, μια τρύπα ανάμεσα στους δύο κόλπους της καρδιάς, αλλά ταυτόχρονα είχα και διαλείποντα πλήρη, τρίτου βαθμού κολποκοιλιακό αποκλεισμό, ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα στο ηλεκτρικό σύστημα της καρδιάς. Οι δύο αυτές καταστάσεις είναι διαφορετικές μεταξύ τους. H μία αφορά την ανατομία της καρδιάς και η άλλη το ηλεκτρικό της σύστημα. Ο πλήρης συγγενής κολποκοιλιακός αποκλεισμός είναι από μόνος του πολύ σπάνιος, με συχνότητα περίπου 1 στις 15.000–22.000 γεννήσεις.
Δεν υπάρχει, όμως, ένα αξιόπιστο επιστημονικό στατιστικό που να μας επιτρέπει να πούμε με ακρίβεια «ένα παιδί στα Χ» για τον συγκεκριμένο συνδυασμό. Αυτό που μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι ότι το να συνυπάρχουν από τη γέννηση δύο τόσο διαφορετικά προβλήματα, ένα δομικό και ένα ηλεκτρικό, είναι ιδιαίτερα ασυνήθιστο. Και ίσως γι’ αυτό η δική μου ιστορία με έκανε από πολύ νωρίς να αναρωτιέμαι όχι μόνο «τι συμβαίνει στην καρδιά μου;», αλλά και «γιατί συνέβη;». Αυτή η ερώτηση, τελικά, χάραξε την επιστημονική μου πορεία.
-Ένα απλό τεστ με επίχρισμα από το μάγουλο που αναπτύξατε μπορεί στο άμεσο μέλλον να βοηθήσει να εντοπίζονται έγκαιρα σοβαρές καρδιοπάθειες, όπως η αρρυθμιογόνος μυοκαρδιοπάθεια. Σε ποιο στάδιο βρίσκεται σήμερα η συγκεκριμένη έρευνα και ποια είναι τα βασικά βήματα που απομένουν μέχρι να αξιοποιηθεί στην κλινική πράξη;
Η έρευνα βρίσκεται πλέον σε ένα πολύ σημαντικό μεταβατικό στάδιο. Έχουμε περάσει από την απόδειξη της ιδέας, στην επικύρωσή της σε μεγάλο αριθμό ασθενών. Έχουμε παρακολουθήσει περισσότερα από 200 παιδιά για περίπου επτά χρόνια, γεγονός που μας έχει επιτρέψει όχι μόνο να δούμε τις μοριακές αλλαγές που σχετίζονται με την αρρυθμιογόνο μυοκαρδιοπάθεια, αλλά και να παρακολουθήσουμε πώς αυτές οι αλλαγές εξελίσσονται με την πάροδο του χρόνου.
Το επόμενο βήμα, λοιπόν, είναι να μετατρέψουμε αυτό που σήμερα λειτουργεί ως ερευνητικό τεστ σε ένα πραγματικό διαγνωστικό εργαλείο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί με ασφάλεια και με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα συστήματα υγείας. Και εδώ βρίσκεται το πιο συναρπαστικό σημείο στο οποίο έχουμε φτάσει. Έχουμε πλέον δημιουργήσει συνεργασίες με βιομηχανικούς εταίρους. Η συμπόρευση με τη βιομηχανία είναι καθοριστική για να μπορέσουμε να τυποποιήσουμε τη διαδικασία, να αυτοματοποιήσουμε την ανάλυση, να διασφαλίσουμε ότι το τεστ μπορεί να εφαρμοστεί με συνέπεια σε πολύ μεγάλο αριθμό δειγμάτων και, τελικά, να περάσουμε από το ερευνητικό εργαστήριο στην κλινική πράξη.
-Τι γνωρίζουμε σήμερα για τους μηχανισμούς που οδηγούν στην αρρυθμιογόνο μυοκαρδιοπάθεια, ποια είναι τα μεγαλύτερα εμπόδια στην έγκαιρη διάγνωσή της και πώς προσπαθεί η έρευνά σας να τα αντιμετωπίσει;
Η αρρυθμιογόνος μυοκαρδιοπάθεια είναι μια πολύπλοκη και εξελισσόμενη νόσος. Σήμερα γνωρίζουμε ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, υπάρχει ισχυρή γενετική βάση, με σημαντικό ρόλο να έχουν μεταλλάξεις σε γονίδια που κωδικοποιούν πρωτεΐνες του δεσμοσώματος. Ωστόσο, η παρουσία μιας γενετικής μετάλλαξης δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το άτομο θα εμφανίσει την ίδια βαρύτητα νόσου ή ακόμη και ότι θα εκδηλώσει κλινικά τη νόσο. Υπάρχει μεγάλη μεταβλητότητα και ατελής διεισδυτικότητα, ενώ φαίνεται ότι και άλλοι γενετικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως η έντονη άσκηση, μπορούν να επηρεάσουν την εκδήλωση και την εξέλιξή της.
Και εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα: παρά τις δεκαετίες έρευνας, δεν έχουμε ακόμη ένα «gold standard» για τη διάγνωση της αρρυθμιογόνου μυοκαρδιοπάθειας. Η διάγνωση βασίζεται στον συνδυασμό ηλεκτροκαρδιογραφήματος, Holter, απεικόνισης, κυρίως μαγνητικής καρδιάς, γενετικού ελέγχου, οικογενειακού ιστορικού και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ιστολογικών δεδομένων. Σε δύσκολες περιπτώσεις, όταν πρέπει να γνωρίζουμε τι πραγματικά συμβαίνει μέσα στον καρδιακό μυ, χρειάζεται ενδομυοκαρδιακή βιοψία. Πρόκειται όμως για μια επεμβατική διαδικασία, με κινδύνους, και προφανώς δεν είναι κάτι που θα θέλαμε να κάνουμε επανειλημμένα, πόσο μάλλον σε ένα παιδί.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται η αξία της δικής μας έρευνας. Αν μπορέσουμε, με ένα τόσο απλό και μη επεμβατικό δείγμα, όσο ένα επίχρισμα από το εσωτερικό του μάγουλου, να πάρουμε ένα «παράθυρο» στο τι συμβαίνει στην καρδιά, αλλάζουμε εντελώς τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να παρακολουθούμε αυτούς τους ασθενείς. Δεν υποστηρίζουμε ότι το επίχρισμα θα αντικαταστήσει τη μαγνητική, το Holter ή τον γενετικό έλεγχο. Η ελπίδα μας είναι διαφορετική: να προσθέσουμε ένα εύκολο, επαναλαμβανόμενο και απολύτως μη επεμβατικό εργαλείο, το οποίο θα μπορεί να μας δείχνει τις μοριακές αλλαγές πολύ νωρίς, ακόμη και όταν το παιδί φαίνεται απολύτως καλά.
-Ποιο είναι σήμερα το μεγαλύτερο εμπόδιο ώστε παιδιά που νοσούν με σοβαρή καρδιακή νόσο να εντοπίζονται έγκαιρα πριν εμφανίσουν το πρώτο σοβαρό σύμπτωμα; Ποιο είναι το μεγαλύτερο κενό στην έγκαιρη διάγνωση του αιφνίδιου καρδιακού θανάτου στα παιδιά και στους νέους ενήλικες;
Νομίζω ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο είναι ότι πολλές από τις καρδιοπάθειες που μπορούν να οδηγήσουν σε αιφνίδια καρδιακή ανακοπή εξελίσσονται για χρόνια χωρίς να δίνουν σαφή συμπτώματα. Ένα παιδί μπορεί να φαίνεται απολύτως υγιές, να αθλείται, να πηγαίνει κανονικά στο σχολείο και παρ’ όλα αυτά να βρίσκεται στην αρχή μιας νόσου που κάποια στιγμή μπορεί να εκδηλωθεί με μια σοβαρή αρρυθμία. Και αυτό είναι το πιο δύσκολο σημείο: πρέπει να προλάβουμε ένα γεγονός που μπορεί να είναι το πρώτο εμφανές σημάδι της νόσου.
Έχουμε σήμερα πολύ σημαντικά διαγνωστικά εργαλεία. Όμως κανένα από αυτά δεν μπορεί να μας δώσει από μόνο του μια πλήρη εικόνα για το αν ένα παιδί που σήμερα φαίνεται καλά, θα εκδηλώσει στο μέλλον σοβαρή αρρυθμιογόνο νόσο. Άρα, για μένα, το μεγαλύτερο κενό είναι η ανίχνευση της «σιωπηλής» φάσης της νόσου. Χρειαζόμαστε έναν τρόπο να καταλάβουμε ότι κάτι αρχίζει να αλλάζει στην καρδιά πριν εμφανιστούν οι μεγάλες δομικές ή ηλεκτρικές διαταραχές και, κυρίως, πριν συμβεί η πρώτη, που δυστυχώς πολλές φορές είναι και η μοιραία, σοβαρή αρρυθμία.
-Ποιο θα ήταν για εσάς το σημαντικότερο επιστημονικό βήμα: να διαγιγνώσκουμε νωρίτερα μια καρδιακή νόσο, να προβλέπουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια ποιος κινδυνεύει ή να μπορούμε να παρέμβουμε πριν εμφανιστεί η νόσος;
Αν έπρεπε να διαλέξω μόνο ένα, θα έλεγα να μπορούμε να παρέμβουμε πριν η νόσος γίνει μη αναστρέψιμη. Το να διαγνώσουμε νωρίτερα και το να μπορούμε να προβλέψουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια ποιος κινδυνεύει, είναι τεράστια βήματα και απολύτως απαραίτητα. Όμως, για μένα, η πραγματική επανάσταση θα έρθει όχι όταν ξέρουμε νωρίτερα ποιος κινδυνεύει, αλλά όταν μπορούμε να κάνουμε κάτι γι’ αυτό.
Θα ήθελα να φτάσουμε σε ένα σημείο όπου, όταν εντοπίζουμε τα πρώτα σημάδια μιας κληρονομικής καρδιοπάθειας, να μπορούμε να πούμε σε μια οικογένεια «έχουμε έναν τρόπο να παρέμβουμε και να αλλάξουμε την εξέλιξή της». Γιατί αυτό είναι που έχει σημασία για τον ασθενή. Η γνώση από μόνη της είναι πολύτιμη, αλλά η γνώση που μετατρέπεται σε πρόληψη και σε θεραπεία είναι αυτή που πραγματικά αλλάζει ζωές. Αυτή είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για την επόμενη γενιά της καρδιολογικής έρευνας: να μη μείνουμε μόνο στο να προβλέπουμε ποιος θα αρρωστήσει, αλλά να μπορέσουμε να εμποδίσουμε την ασθένεια να εξελιχθεί.
-Ποια θεωρείτε ότι είναι σήμερα η μεγαλύτερη ανεκπλήρωτη ανάγκη στη φροντίδα των ανθρώπων με συγγενείς καρδιοπάθειες;
Η δική μου ερευνητική δουλειά αφορά κυρίως τις κληρονομικές μυοκαρδιοπάθειες, ενώ εγώ η ίδια γεννήθηκα με συγγενή καρδιοπάθεια. Είναι δύο διαφορετικές κατηγορίες καρδιακών παθήσεων, αλλά ως ασθενής έχω ζήσει από πολύ μικρή ηλικία τι σημαίνει να μεγαλώνεις με μια καρδιά που χρειάζεται δια βίου φροντίδα. Γι’ αυτό, όταν με ρωτάτε ποια είναι η μεγαλύτερη ανεκπλήρωτη ανάγκη στη φροντίδα των ανθρώπων με συγγενείς καρδιοπάθειες, θα έλεγα ότι είναι ακριβώς αυτό: να υπάρχει πραγματικά συνεχής φροντίδα σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους.
Η ιατρική έχει κάνει τεράστια βήματα. Πολλά παιδιά με πολύ σοβαρές συγγενείς καρδιοπάθειες σήμερα μεγαλώνουν, σπουδάζουν, εργάζονται, κάνουν οικογένεια. Όμως το γεγονός ότι ένα παιδί χειρουργήθηκε επιτυχώς δεν σημαίνει ότι η ιστορία της καρδιάς του τελείωσε εκεί. Η καρδιά αυτή θα το συνοδεύει σε όλη του τη ζωή και χρειάζεται παρακολούθηση και κατανόηση του τι μπορεί να συμβεί δεκαετίες αργότερα. Και αυτό είναι κάτι που το γνωρίζω πολύ προσωπικά. Μπορεί για πολλά χρόνια να αισθάνεσαι ότι «το πρόβλημα διορθώθηκε» και να ζεις μια απολύτως φυσιολογική ζωή. Και μετά, χρόνια αργότερα, να εμφανιστούν νέες δυσκολίες που συνδέονται με την αρχική καρδιοπάθεια ή με τις επεμβάσεις που χρειάστηκαν. Θεωρώ, λοιπόν, ότι χρειαζόμαστε ακόμη καλύτερη μακροχρόνια παρακολούθηση των ανθρώπων αυτών, περισσότερη έρευνα για το τι συμβαίνει στην καρδιά τους καθώς μεγαλώνουν και, κυρίως, μια διαφορετική φιλοσοφία: να μην αντιμετωπίζουμε τη συγγενή καρδιοπάθεια ως κάτι που «διορθώθηκε» στην παιδική ηλικία, αλλά ως μια κατάσταση που χρειάζεται να συνοδεύουμε τον άνθρωπο σε όλη του τη ζωή. Γιατί ο στόχος δεν πρέπει να είναι απλώς να επιβιώσει ένα παιδί από την καρδιοπάθειά του. Είναι να μπορέσει να μεγαλώσει, να ενηλικιωθεί και να ζήσει μια όσο το δυνατόν πιο πλήρη και φυσιολογική ζωή.
Έχετε εργαστεί σε κορυφαία πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα. Τι χρειάζεται κατά τη γνώμη σας ώστε η Ελλάδα να μπορέσει να συμμετέχει ουσιαστικά στο μέλλον σε μεγάλες διεθνείς κλινικές και ερευνητικές πρωτοβουλίες;
Νομίζω ότι η Ελλάδα έχει εξαιρετικούς επιστήμονες και ανθρώπους με πραγματικά πολύ υψηλό επίπεδο, και αυτό το έχω διαπιστώσει και προσωπικά μέσα από τις συνεργασίες μου. Αυτό που χρειάζεται περισσότερο, είναι να δημιουργηθούν οι συνθήκες που θα τους επιτρέψουν να δουλέψουν σε ένα επίπεδο αντίστοιχο με αυτό που μπορούν πραγματικά να προσφέρουν. Χρειάζονται σταθερή και μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση της έρευνας, σύγχρονες υποδομές, οργανωμένες ερευνητικές ομάδες και, κυρίως, τη δυνατότητα στους νέους επιστήμονες να χτίσουν καριέρα στην Ελλάδα χωρίς να αισθάνονται ότι η μόνη επιλογή τους είναι να φύγουν στο εξωτερικό.
Για να συμμετέχεις ουσιαστικά σε μεγάλες διεθνείς κλινικές και ερευνητικές πρωτοβουλίες, δεν αρκεί να έχεις έναν πολύ καλό επιστήμονα. Χρειάζεται ένα ολόκληρο οικοσύστημα γύρω του: οργανωμένες κλινικές δομές, βάσεις δεδομένων και βιοτράπεζες, εξειδικευμένο προσωπικό, υποστήριξη για τις κλινικές μελέτες και ανθρώπους που μπορούν να αφιερώσουν χρόνο στην έρευνα χωρίς να πρέπει να τα κάνουν όλα μόνοι τους. Και κάτι ακόμη που θεωρώ πολύ σημαντικό είναι οι διεθνείς συνεργασίες. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να προσπαθήσει να κάνει τα πάντα μόνη της. Μπορεί να γίνει ένας εξαιρετικά σημαντικός κόμβος σε διεθνή δίκτυα, αξιοποιώντας το εξαιρετικό ανθρώπινο δυναμικό της.
Έχω δει από πρώτο χέρι τι μπορεί να συμβεί όταν ένας νέος επιστήμονας βρεθεί σε ένα περιβάλλον όπου υπάρχει υποδομή, χρηματοδότηση, συνεργασία και η ελευθερία να κυνηγήσει μια δύσκολη επιστημονική ερώτηση. Θα ήθελα πολύ να δούμε περισσότερους νέους Έλληνες επιστήμονες να έχουν αυτή την ευκαιρία στην Ελλάδα. Το ανθρώπινο δυναμικό υπάρχει. Αυτό που χρειάζεται είναι να του δώσουμε τα εργαλεία, τον χρόνο και τη σταθερότητα για να μπορέσει να ανθίσει.
-Σχεδιάζετε να επιστρέψετε κάποια στιγμή στην Ελλάδα και να συνεχίσετε εδώ το ερευνητικό σας έργο και υπό ποιες προϋποθέσεις;
Αν θέλω να είμαι ειλικρινής, δεν νομίζω ότι θα επιστρέψω στην Ελλάδα. Και το λέω αυτό χωρίς καμία πικρία, αλλά με ρεαλισμό. Για να μπορέσει ένας ερευνητής να χτίσει στην Ελλάδα ένα διεθνώς ανταγωνιστικό ερευνητικό πρόγραμμα, χρειάζονται οι προϋποθέσεις που ανέφερα προηγουμένως. Θα ήθελα πολύ να πιστεύω ότι όλα αυτά μπορούν να αλλάξουν μέσα στα επόμενα χρόνια. Όμως, ρεαλιστικά, δεν νομίζω ότι οι αλλαγές αυτές θα προλάβουν να συμβούν μέσα στη δική μου επιστημονική ζωή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν θέλω να είμαι κοντά στην Ελλάδα. Το αντίθετο.
Θα ήθελα πάρα πολύ να συνεχίσω να συνεργάζομαι με Έλληνες επιστήμονες, να δημιουργούνται γέφυρες με ελληνικά πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα και, όπου μπορώ, να βοηθώ νέους ανθρώπους να ανοίξουν τον δρόμο τους προς τη διεθνή έρευνα. Ελπίζω όμως βαθιά να γίνουν αυτές οι αλλαγές μέσα στην επόμενη γενιά. Αυτό, για μένα, θα ήταν η πιο σημαντική παρακαταθήκη: να μπορέσουν κάποια στιγμή οι καλύτεροι Έλληνες επιστήμονες να επιλέγουν να ΜΕΙΝΟΥΝ, όχι επειδή δεν αγαπούν το εξωτερικό, αλλά επειδή η Ελλάδα θα τους προσφέρει τις συνθήκες που χρειάζονται για να διαπρέψουν.







