Της Γιάννας Τριανταφύλλη.
Νέα μεγάλη επιδημιολογική μελέτη αποκαλύπτει ότι δεν έχει σημασία μόνο τι βάζουμε στο πιάτο μας, αλλά και ποια χρονική στιγμή μέσα στην ημέρα το καταναλώνουμε. Τα ευρήματα της μελέτης αποκάλυψαν ότι η ώρα του πρώτου και του τελευταίου γεύματος της ημέρας συσχετίζεται τόσο με τη συνολική καρδιαγγειακή υγεία όσο και με το εκτιμώμενο προσδόκιμο ζωής.
Ενώ προηγούμενες μελέτες έχουν διαπιστώσει ότι η παράλειψη του πρωινού ή το φαγητό αργά το βράδυ διαταράσσουν το εσωτερικό βιολογικό ρολόι και βλάπτουν την μεταβολική υγεία, μέχρι σήμερα παρέμενε ασαφές εάν η χρονική στιγμή του πρώτου και του τελευταίου γεύματος έχει σημασία για τη μακροπρόθεσμη επιβίωση και τον κίνδυνο καρδιακών παθήσεων.
Κινέζοι ερευνητές από τη Σχολή Δημόσιας Υγείας και το Πανεπιστήμιο Επιστήμης και Τεχνολογίας Huazhong, στην Γιουχάν, εξέτασαν δεδομένα και διατροφικές συνήθειες από 31.044 Αμερικανούς ηλικίας 40 ετών και άνω, εστιάζοντας ιδιαίτερα στις ώρες κατά τις οποίες οι συμμετέχοντες έτρωγαν το πρώτο και το τελευταίο γεύμα της ημέρας. Κατά τη διάρκεια μιας διάμεσης περιόδου παρακολούθησης 8,6 ετών καταγράφηκαν 7.129 θάνατοι.
Η ισχυρότερη συσχέτιση παρατηρήθηκε ως προς την ώρα του πρώτου γεύματος. Σε σύγκριση με τα άτομα που κατανάλωναν το πρώτο τους γεύμα μεταξύ 07:00 και 08:00, όσοι καθυστερούσαν να ξεκινήσουν τη διατροφική τους πρόσληψη παρουσίαζαν υψηλότερο κίνδυνο θνησιμότητας.
Ιδιαίτερα στα άτομα που κατανάλωναν το πρώτο γεύμα μετά τις 12:00, ο κίνδυνος θανάτου από οποιαδήποτε αιτία ήταν κατά 29% υψηλότερος, ενώ ο κίνδυνος καρδιαγγειακής θνησιμότητας ήταν κατά 43% υψηλότερος σε σχέση με την ομάδα αναφοράς.
Στους ενήλικες ηλικίας 50 ετών και άνω, η καθυστερημένη λήψη του πρώτου γεύματος συσχετίστηκε με μικρότερο εκτιμώμενο προσδόκιμο ζωής. Η κατανάλωση του πρώτου γεύματος μετά τις 12:00 συνδέθηκε με εκτιμώμενη μείωση περίπου 2,5 ετών, ενώ το τελευταίο γεύμα μετά τα μεσάνυχτα με μείωση περίπου 2,4 ετών.
Συσχέτιση με τη θνησιμότητα παρατηρήθηκε και ως προς το τελευταίο γεύμα της ημέρας. Ο χαμηλότερος κίνδυνος καταγράφηκε μεταξύ των ατόμων που ολοκλήρωναν τη διατροφική τους πρόσληψη μεταξύ 19:00 και 20:00.
Αντίθετα, η κατανάλωση τροφής μετά τα μεσάνυχτα συσχετίστηκε με 27% υψηλότερο κίνδυνο συνολικής θνησιμότητας και 51% υψηλότερο κίνδυνο θανάτου από καρδιακή νόσο.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, η μελέτη αυτή προσθέτει νέα δεδομένα στη συζήτηση γύρω από τη νυχτερινή πρόσληψη τροφής και τη σχέση της με τους κιρκάδιους ρυθμούς και τον μεταβολισμό.
Επιπλέον, τα ευρήματα αυτά ενισχύουν το επιστημονικό ενδιαφέρον για τη χρονοδιατροφή (chrononutrition), έναν αναδυόμενο επιστημονικό τομέα που διερευνά πώς ο χρόνος, η συχνότητα και η συνέπεια των γευμάτων αλληλεπιδρούν με το εσωτερικό βιολογικό ρολόι του σώματος και επηρεάζουν την μεταβολική και καρδιαγγειακή υγεία.
Ο ανθρώπινος μεταβολισμός δεν λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο καθ’ όλη τη διάρκεια του 24ώρου. Η πρόσληψη τροφής, ο ύπνος, η έκκριση ορμονών και οι μεταβολικές διεργασίες συνδέονται μεταξύ τους μέσω των κιρκάδιων ρυθμών. Έτσι, η σημασία της χρονικής στιγμής κατά την οποία καταναλώνεται ένα γεύμα αποτελεί τα τελευταία χρόνια αντικείμενο έντονου επιστημονικού ενδιαφέροντος.
Παρόλο που η μελέτη είναι παρατηρητική και δεν μπορεί να τεκμηριώσει αιτιώδη σχέση, οι συγγραφείς παροτρύνουν το κοινό να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στη διατήρηση ενός σταθερού προγραμματισμού των γευμάτων, σε συνδυασμό με την υιοθέτηση μιας υγιεινής και ισορροπημένης διατροφής.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο European Journal of Clinical Nutrition: https://www.nature.com/articles/s41430-026-01796-1







