Γράφει η Σταυρούλα (Λίνα) Πάσχου, Επ. Καθηγήτρια Ενδοκρινολογίας, Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ.
Η ανδρική αναπαραγωγική υγεία βρίσκεται τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο του επιστημονικού ενδιαφέροντος. Μετά από πολυάριθμες μελέτες που κατέγραψαν σημαντική μείωση του αριθμού και της ποιότητας των σπερματοζωαρίων σε παγκόσμιο επίπεδο, νέα δεδομένα αναδεικνύουν μία ακόμη ανησυχητική τάση: τη σταδιακή πτώση των επιπέδων τεστοστερόνης στον γενικό ανδρικό πληθυσμό. Αν και τα αίτια παραμένουν υπό διερεύνηση, η εικόνα που διαμορφώνεται ενισχύει την άποψη ότι η επιδείνωση της αναπαραγωγικής υγείας αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης μεταβολικής και περιβαλλοντικής πρόκλησης.
Σύμφωνα με ανάλυση που παρουσιάστηκε στο ετήσιο συνέδριο της European Society of Human Reproduction and Embryology (ESHRE) στο Λονδίνο, τα μέσα επίπεδα ολικής τεστοστερόνης στους άνδρες φαίνεται να μειώθηκαν κατά περίπου 54% μεταξύ 1972 και 2019, δηλαδή με μέσο ετήσιο ρυθμό μεγαλύτερο του 1%. Η ανάλυση βασίστηκε σε στοιχεία 118.593 ανδρών, προερχόμενα από 6 μεγάλες διαχρονικές μελέτες στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Δανία, τη Φινλανδία, το Ισραήλ και τη Βραζιλία. Αν και τα αποτελέσματα έχουν μέχρι στιγμής παρουσιαστεί σε επιστημονικό συνέδριο και αναμένεται η πλήρης δημοσίευσή τους σε περιοδικό με αξιολόγηση από κριτές, συνάδουν με προηγούμενες παρατηρήσεις που καταγράφουν διαχρονική επιδείνωση δεικτών της ανδρικής αναπαραγωγικής λειτουργίας.
Η τεστοστερόνη αποτελεί το κύριο ανδρογόνο του ανθρώπου και η δράση της εκτείνεται πολύ πέρα από τη σεξουαλική λειτουργία. Είναι απαραίτητη για τη φυσιολογική σπερματογένεση, τη διατήρηση της μυϊκής μάζας και της οστικής πυκνότητας, την αιμοποίηση, τη σύσταση του σώματος και τη ρύθμιση του μεταβολισμού. Παράλληλα, επηρεάζει τη διάθεση, τη γνωσιακή λειτουργία, την ενεργητικότητα και τη συνολική ποιότητα ζωής. Δεν αποτελεί επομένως απλώς μία «ορμόνη του φύλου», αλλά έναν αξιόπιστο δείκτη της συνολικής υγείας του άνδρα.
Επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι οι άνδρες με χαμηλά επίπεδα τεστοστερόνης εμφανίζουν συχνότερα παχυσαρκία, μεταβολικό σύνδρομο, σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, σαρκοπενία και οστεοπόρωση, ενώ παρουσιάζουν αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο και μεγαλύτερη συνολική θνητότητα. Αν και η σχέση αυτή είναι αμφίδρομη, είναι πλέον σαφές ότι η τεστοστερόνη αποτελεί σημαντικό βιοδείκτη της μεταβολικής υγείας.
Ποιοι παράγοντες ευθύνονται όμως για τη διαχρονική αυτή μείωση; Η απάντηση φαίνεται να είναι πολυπαραγοντική. Η παχυσαρκία αποτελεί πιθανότατα τον σημαντικότερο αιτιολογικό παράγοντα. Ο αυξημένος λιπώδης ιστός ενισχύει τη δραστηριότητα της αρωματάσης, ενός ενζύμου που οδηγεί σε αυξημένη μετατροπή της τεστοστερόνης σε οιστραδιόλη και καταστολή του άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-όρχεων. Υπολογίζεται ότι έως και το 40-50% των ανδρών με σοβαρή παχυσαρκία εμφανίζουν λειτουργικό υπογοναδισμό, ο οποίος συχνά βελτιώνεται μετά από ουσιαστική απώλεια σωματικού βάρους.
Εξίσου σημαντική θεωρείται η συμβολή του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2, της καθιστικής ζωής, της έλλειψης ύπνου, του χρόνιου ψυχολογικού στρες και της αποφρακτικής υπνικής άπνοιας. Τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνουν και οι λεγόμενοι ενδοκρινικοί διαταράκτες. Ουσίες όπως η δισφαινόλη Α (BPA), οι φθαλικές ενώσεις και οι υπερφθοριωμένες ενώσεις (PFAS), που βρίσκονται σε πλαστικά, συσκευασίες τροφίμων και άλλα προϊόντα καθημερινής χρήσης, διερευνώνται για την πιθανή αρνητική επίδρασή τους στη στεροειδογένεση και στη λειτουργία των κυττάρων Leydig των όρχεων που παράγουν τεστοστερόνη. Αν και η αιτιώδης σχέση δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί πλήρως, τα διαθέσιμα πειραματικά και επιδημιολογικά δεδομένα καθιστούν το ζήτημα ιδιαίτερα σημαντικό για τη δημόσια υγεία.
Ωστόσο, η νέα αυτή ανάλυση δεν σημαίνει ότι κάθε άνδρας με μία χαμηλή εργαστηριακή τιμή χρειάζεται θεραπεία. Η διάγνωση του υπογοναδισμού προϋποθέτει την παρουσία χαρακτηριστικών συμπτωμάτων και δύο πρωινές μετρήσεις χαμηλής τεστοστερόνης με αξιόπιστη εργαστηριακή μέθοδο, σύμφωνα με τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες. Επιπλέον, η χορήγηση τεστοστερόνης δεν αποτελεί θεραπεία για όλους. Αντίθετα, όταν χορηγείται χωρίς σωστή ένδειξη, μπορεί να καταστείλει τη σπερματογένεση και να μειώσει σημαντικά τη γονιμότητα, ιδιαίτερα σε νεότερους άνδρες που επιθυμούν τεκνοποίηση.
Το σημαντικότερο μήνυμα της νέας μελέτης είναι ότι η ορμονική υγεία αντανακλά σε μεγάλο βαθμό τη συνολική μεταβολική υγεία. Η πρόληψη και η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, η τακτική άσκηση, η ισορροπημένη διατροφή, ο επαρκής ύπνος και ο έλεγχος των μεταβολικών νοσημάτων αποτελούν σήμερα τις αποτελεσματικότερες παρεμβάσεις για τη διατήρηση φυσιολογικών επιπέδων τεστοστερόνης. Η διαχρονική μείωση που καταγράφεται στη διεθνή βιβλιογραφία αποτελεί ένα ακόμη ισχυρό μήνυμα ότι η αναπαραγωγική υγεία του άνδρα δεν μπορεί να εξετάζεται αποκομμένα, αλλά ως αναπόσπαστο μέρος της συνολικής ενδοκρινολογικής και μεταβολικής του κατάστασης.







