Γιούλη Αργυρακοπούλου: Πώς η παχυσαρκία επηρεάζει τον σακχαρώδη διαβήτη!

Health Newsroom

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Health Next Generation (Τεύχος 29)

Γράφει η Γιούλη Αργυρακοπούλου, MD, MSc, PhD, παθολόγος διαβητολόγος, Διδάκτωρ Πανεπιστήμιου Αθηνών, Ιnternational Scope Fellow, EASO National Clinical Fellow , διευθύντρια Διαβητολογικής Μονάδας και Μονάδας Παχυσαρκίας Ιατρικού Κέντρου Αθηνών

 

Ο σακχαρώδης διαβήτης αποτελεί μία παγκόσμια επιδημία. Στην Ελλάδα υπάρχουν περισσότεροι από 1 εκατ. ασθενείς που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη.

Ο σακχαρώδης διαβήτης διαχωρίζεται σε δύο κύριους τύπους, υπάρχουν όμως και άλλοι σπανιότεροι τύποι. Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 οφείλεται στην καταστροφή των β κυττάρων του παγκρέατος, τα οποία υπό φυσιολογικές συνθήκες παράγουν την ορμόνη ινσουλίνη. Στον τύπο αυτόν παρατηρείται απόλυτη έλλειψη ινσουλίνης και για τη θεραπεία αυτού είναι απαραίτητη η εξωγενής χορήγησης ινσουλίνης.

Ο δεύτερος τύπος ονομάζεται σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 και οφείλεται σε συνδυασμό διαταραχής της έκκρισης, αλλά και της δράσης της ινσουλίνης (αντίσταση των ιστών στην ινσουλίνη). Η πλειονότητα των ασθενών πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Στον τύπο αυτόν είναι συχνό το θετικό κληρονομικό ιστορικό και συνοδεύεται συχνά, αλλά όχι πάντα, από αυξημένο σωματικό βάρος.

Παγκοσμίως ένα στα δύο άτομα με σακχαρώδη διαβήτη είναι αδιάγνωστο, ενώ στην Ευρώπη ένα στα τρία άτομα είναι αδιάγνωστα. Η έγκαιρη διάγνωση είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την πρόληψη των σοβαρών επιπλοκών που αφορούν στα όργανα στόχους, ενώ η σωστή ρύθμιση της νόσου είναι απαραίτητα βήματα για την ορθή διαχείριση του σύνθετου αυτού προβλήματος.

Η παχυσαρκία και ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 έχουν παράλληλες αυξητικές πορείες. Φαίνεται ότι ο αυξημένος επιπολασμός της παχυσαρκίας στη χώρα μας οδηγεί, μεταξύ άλλων, και την αύξηση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Η παχυσαρκία αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2. Όσο αυξάνεται ο Δείκτης Μάζας Σώματος (το πηλίκο του βάρους διά το ύψος εις τη δευτέρα δύναμη) τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος ανάπτυξης σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2, ειδικά σε άτομα που φέρουν γενετική προδιάθεση εμφάνισης της νόσου.

Η μέτρηση του σακχάρου αίματος, το πρώτο βήμα για τη διάγνωση, πρέπει να γίνεται στο πλαίσιο του ετήσιου τσεκάπ ή και συχνότερα, ιδίως στα άτομα που έχουν πλεονάζον βάρος, κληρονομικό ιστορικό διαβήτη, γυναίκες με ιστορικό διαβήτη κυήσεως κ.ά. Οι κύριες επιπλοκές του σακχαρώδους διαβήτη αφορούν το καρδιαγγειακό σύστημα, τους νεφρούς, τους οφθαλμούς, τα αγγεία των κάτω άκρων και την περιφερική νευροπάθεια. Οι δύο τελευταίες (νευροπάθεια και αρτηριοπάθεια των κάτω άκρων) αποτελούν τη βάση της ανάπτυξης του διαβητικού ποδιού.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η παχυσαρκία είναι μία χρόνια και υποτροπιάζουσα νόσος. Ακόμα και μικρή απώλεια βάρους, όμως, βελτιώνει τις συννοσηρότητες, όπως η υπέρταση, ο προδιαβήτης, η λιπώδης διήθηση του ήπατος, η άπνοια ύπνου κ.ά. Είναι σημαντικό να τονισθεί ότι ο κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 ελαττώνεται σημαντικά ακόμα και μετά από μείωση του σωματικού βάρους κατά 10-15%.

Την τελευταία δεκαετία έχουμε στη διάθεσή μας αποτελεσματικά φάρμακα, τα οποία στοχεύουν, μεταξύ άλλων, και στη μείωση του σωματικού βάρους. Επιπλέον, στα άτομα που πληρούν τις ενδείξεις, οι επεμβάσεις βαριατρικής/μεταβολικής χειρουργικής, όπως είναι το γαστρικό bypass και η επιμήκης γαστρεκτομή (γαστρικό μανίκι), μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να επιτύχουν ακόμα και την υποστροφή του διαβήτη τύπου 2 (τιμές σακχάρου αίματος κοντά στις φυσιολογικές τιμές χωρίς τη λήψη φαρμακευτικής αγωγής).

Η παχυσαρκία και ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 συνδέονται ισχυρά μέσω πολλαπλών μονοπατιών. Η παχυσαρκία οδηγεί συχνά στην ανάπτυξη αντίστασης στην ινσουλίνη, δηλαδή ελλειμματική δράση της ορμόνης αυτής στους ινσουλινοευαίσθητους ιστούς όπως το ήπαρ, ο μυς και ο λιπώδης ιστός. Η ινσουλίνη εκκρίνεται από το πάγκρεας και διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο στη ρύθμιση των επιπέδων σακχάρου στο αίμα.

Η παχυσαρκία χαρακτηρίζεται από συνεχή, υποκλινική φλεγμονή. Τα λιποκύτταρα παράγουν προφλεγμονώδη μόρια, αλλά και διάφορες ουσίες που ονομάζονται αδιποκίνες. Ορισμένες από αυτές τις αδιποκίνες έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην ευαισθησία στην ινσουλίνη και κατά συνέπεια στον μεταβολισμό της γλυκόζης.

Οι ανθυγιεινές επιλογές τρόπου ζωής, όπως η κακή διατροφή και η έλλειψη σωματικής δραστηριότητας, συχνά συνδέονται τόσο με την παχυσαρκία όσο και με τον διαβήτη τύπου 2. Αυτοί οι παράγοντες μπορούν να επιδεινώσουν τον κίνδυνο και την εξέλιξη και των δύο καταστάσεων.

Η διαχείριση της παχυσαρκίας μέσω της διατροφής, της τακτικής άσκησης, αλλά και της φαρμακοθεραπείας μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη και στη μείωση του κινδύνου εμφάνισης διαβήτη τύπου 2.

Όσον αφορά στους πάσχοντες από διαβήτη, η διαχείριση του βάρους αποτελεί ένα σημαντικό μέρος της θεραπείας, υποβοηθώντας τον έλεγχο των επιπέδων σακχάρου στο αίμα και στη μείωση των επιπλοκών.

Τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιείται στη θεραπεία του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 η φαρμακευτική κατηγορία των GLP-1 αναλόγων. Τα φάρμακα αυτά χορηγούνται υποδόρια και επιδρούν ευεργετικά και στο σωματικό βάρος – πάντα μαζί με τη δίαιτα και την άσκηση–, καθώς επιδρούν μειώνοντας την πείνα και αυξάνοντας τον κορεσμό, βοηθώντας στην επίτευξη του επιθυμητού στόχου. Έχει δειχθεί μέσα από σπουδαίες μελέτες ότι τα φάρμακα αυτά είναι ασφαλή και επιδεικνύουν, επιπλέον, καρδιαγγειακό όφελος, αλλά και σημαντική μείωση της λιπώδους διήθησης του ήπατος. Μία ακόμα σπουδαία φαρμακευτική κατηγορία, οι SGLT2 αναστολείς (δισκία), φαίνεται ότι βελτιώνει τις καρδιαγγειακές παθήσεις, αλλά και τη διαβητική νεφροπάθεια που συχνά συνοδεύουν τον σακχαρώδη διαβήτη, επιπλέον της μείωσης της υπεργλυκαιμίας.

Παράλληλα, διαφαίνεται σπουδαία ερευνητική δραστηριότητα και στις δύο αυτές θεραπευτικές κατηγορίες, δημιουργώντας βάσιμες ελπίδες για όλο και πιο αποτελεσματικά φάρμακα.

 

Διαβάστε παρακάτω το άρθρο από το περιοδικό Health Next Generation (Τεύχος 29) και σε ηλεκτρονική μορφή (πατήστε κάτω δεξιά για μεγέθυνση)

Ποιά είναι η Δρ Γιούλη Α. Αργυρακοπούλου

Η Γιούλη Αργυρακοπούλου, MD, MSc, PhD, είναι παθολόγος – διαβητολόγος, διευθύντρια της Διαβητολογικής Μονάδας, Μονάδας Παχυσαρκίας & Ιατρείου Διαβητικών Εγκύων στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών. Έλαβε την ειδικότητα της Παθολογίας στην Α’ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, στο ΓΝΑ «Λαϊκό». Είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού και Διδακτορικού διπλώματος στον Σακχαρώδη Διαβήτη και την Παχυσαρκία από την Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ. Το έτος 2007 (μετά υποτροφίας) εκπαιδεύτηκε στο Centre for Diabetes and Metabolic Medicine του Barts and the London, Queen Mary’s School of Medicine and Dentistry στο Λονδίνο.
Έχει λάβει μέρος σε πληθώρα συνεδρίων που αφορούν τον Σακχαρώδη Διαβήτη και την Παχυσαρκία, τόσο ως συμμετέχουσα όσο και ως προσκεκλημένη ομιλήτρια. Συμμετέχει σε πολυκεντρικές, κλινικές μελέτες (20) που σχετίζονται με τον Σακχαρώδη Διαβήτη και την Παχυσαρκία και υπήρξε η κύρια ερευνήτρια του ελληνικού πιλότου της σύμπραξης του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών με το πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Horizon) Project ValueCare.
Είναι συγγραφέας δημοσιεύσεων σε έγκριτα περιοδικά (n=32, citations: 1491 h-index: 16) και έχει συμμετάσχει με επιστημονικές ανακοινώσεις (n=75) και άνω των 200 διαλέξεων σε Συνέδρια Παθολογίας, Σακχαρώδη Διαβήτη και Παχυσαρκίας. Είναι μέλος σε 6 Ελληνικές και 2 διεθνείς επιστημονικές εταιρείες. Το 2022 εξελέγη National Clinical Fellow της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Μελέτης της Παχυσαρκίας και το 2024 International Fellow του προγράμματος Strategic Centre for Obesity Professional Education -SCOPE της World Obesity Federation. Είναι αντιπρόεδρος του ΔΣ της Πανελλήνιας Εταιρείας Μελέτης της Παχυσαρκίας.

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ