Ερευνητές διαπίστωσαν ότι η διακοπή των φαρμάκων GLP-1, έστω και προσωρινά, ενδέχεται να αυξήσει τις πιθανότητες για εγκεφαλικά επεισόδια και θανατηφόρα εμφράγματα.
Από τη Γιάννα Τριανταφύλλη.
Τα ενέσιμα φάρμακα GLP-1 για το διαβήτη, που συχνά χρησιμοποιούνται και για την απώλεια βάρους, έχουν επιδείξει σημαντικά οφέλη στη ρύθμιση των επιπέδων σακχάρου στο αίμα, τη μείωση της αρτηριακής πίεσης και την προστασία της καρδιάς.
Μια νέα μεγάλη μελέτη ωστόσο προειδοποιεί ότι τα οφέλη αυτά χάνονται όταν οι ασθενείς διακόπτουν τη θεραπεία, αυξάνοντας έτσι σημαντικά τις πιθανότητες για εγκεφαλικό επεισόδιο, έμφραγμα ή ακόμη και θάνατο.
Για τα ευρήματα της μελέτης μιλά στο Health Next Generation ο επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας, Δρ. Ziyad Al-Aly από το Veterans Affairs Saint Louis Health Care System στο Μιζούρι των ΗΠΑ.
Ε: Ποια είναι τα κύρια συμπεράσματα που προκύπτουν από τη μελέτη;
Α: Μέσα από την μεγάλη αυτή μελέτη διαπιστώθηκε ότι η διακοπή των φαρμάκων GLP-1, ακόμη και για μικρό χρονικό διάστημα, μειώνει σημαντικά την προστασία που προσφέρουν στην καρδιά. Παρακολουθήσαμε για 3 χρόνια περισσότερους από 333.000 ενήλικες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 που λάμβαναν αγωγή με φάρμακα GLP-1.
Τα ευρήματα έδειξαν ότι οι ασθενείς που λάμβαναν και τα 3 χρόνια, χωρίς διακοπή, αγωγή με φάρμακα GLP-1 παρουσίασαν μείωση κατά 18% για κίνδυνο εμφράγματος, εγκεφαλικού και θανάτου. Ωστόσο, η διακοπή της αγωγής εξάλειψε μεγάλο μέρος αυτής της προστασίας: μετά από 6 μήνες διακοπή της θεραπείας ο καρδιαγγειακός κίνδυνος αυξήθηκε κατά 4%, μετά από ένα χρόνο διακοπής κατά 14% και μετά από δύο χρόνια κατά 22%. Δηλαδή, όλα τα οφέλη που κερδίζει ο ασθενής μέσα σε τρία χρόνια συνεχούς θεραπείας μπορούν να χαθούν μέσα σε λίγους μόλις μήνες μετά τη διακοπή των φαρμάκων. Συνολικά, η έρευνα αναδεικνύει ότι η διατήρηση της θεραπείας με GLP-1 αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη μακροπρόθεσμη καρδιαγγειακή προστασία.
Ε: Η απώλεια της προστασίας οφείλεται μόνο στην αύξηση του βάρους μετά τη διακοπή των φαρμάκων GLP-1 ή εμπλέκονται και άλλοι παράγοντες;
A: Όταν οι ασθενείς διακόπτουν τη θεραπεία δεν επανέρχεται μόνο το βάρος. Η αύξηση του βάρους είναι μόνο η “κορυφή του παγόβουνου”. Μετά τη διακοπή των φαρμάκων GLP-1 παρατηρήθηκε αύξηση της φλεγμονής, της αρτηριακής πίεσης, της χοληστερόλης και της ινσουλινοαντίστασης. Παρατηρήθηκε δηλαδή μια συνολική μεταβολική επιδείνωση, η οποία όμως δεν είναι ορατή όπως η απώλεια του βάρους. Αυτό το σύνολο των απότομων μεταβολικών αλλαγών αποτελεί ένα ισχυρό “μεταβολικό σοκ” για τον οργανισμό και μια μεγάλη απειλή για την καρδιαγγειακή υγεία.
Ε: Η επανέναρξη της θεραπείας με τα φάρμακα GLP-1 αποκαθιστά τα καρδιοπροστατευτικά οφέλη και περιορίζει τον κίνδυνο;
Α: Όπως διαπιστώθηκε από τα ευρήματα της μελέτης, η επανέναρξη της φαρμακευτικής αγωγής βοήθησε στην ανάκτηση κάποιων καρδιοπροστατευτικών οφελών, όμως δεν αποκατέστησε πλήρως την προστασία που προσφέρει η συνεχής χρήση των φαρμάκων.
Μπορούμε να πούμε ότι η διακοπή της αγωγής αφήνει ένα διαρκές αρνητικό «αποτύπωμα» στον οργανισμό. Αυτό είναι ένα σημαντικό εύρημα, καθώς γνωρίζουμε ότι εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο πολύ συχνά διακόπτουν και ξαναξεκινούν αυτά τα φάρμακα λόγω υψηλού κόστους, παρενεργειών ή ελλείψεων. Τα δεδομένα της μελέτης δείχνουν ότι αυτό το μοτίβο «on-off» έχει ένα πραγματικό καρδιαγγειακό κόστος.
Το μήνυμα προς ασθενείς και κλινικούς ιατρούς είναι σαφές: η συνέχεια της θεραπείας έχει σημασία. Αυτά τα φάρμακα δεν είναι βραχυπρόθεσμες θεραπείες. Είναι μακροχρόνιες και ο στόχος πρέπει να είναι η διατήρησή τους.
Ε: Κατά τη γνώμη σας, σε ποιους τομείς θα πρέπει να επικεντρωθεί η μελλοντική έρευνα σχετικά με τα φάρμακα GLP-1 και τον καρδιαγγειακό κίνδυνο;
Α: Υπάρχουν αρκετά ερωτήματα που χρειάζονται άμεσα απαντήσεις.
Πρώτον, πρέπει να κατανοήσουμε αν η επαναλαμβανόμενη διακοπή και επανέναρξη — αυτό που αποκαλώ μοτίβο «yo-yo» των GLP-1 — προκαλεί αθροιστική καρδιαγγειακή βλάβη. Η μελέτη μας εξέτασε μεμονωμένα επεισόδια διακοπής, αλλά στην πραγματικότητα πολλοί ασθενείς περνούν από επαναλαμβανόμενους κύκλους και υποψιαζόμαστε ότι κάθε «μεταβολικό σοκ» μπορεί να συσσωρεύει βλάβες.
Δεύτερον, πρέπει να δούμε αν αυτά τα πρότυπα διαφέρουν ανάλογα με το φάρμακο και τη δόση που λαμβάνεται καθώς αλλά μεταξύ διαφορετικών πληθυσμών, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών και των ατόμων που λαμβάνουν GLP-1 κυρίως για απώλεια βάρους και όχι μόνο για διαβήτη.
Τρίτον, πρέπει να κατανοήσουμε τους μηχανισμούς. Τι είναι αυτό που κάνει τη διακοπή να αυξάνει τόσο γρήγορα τον καρδιαγγειακό κίνδυνο; Οφείλεται στην επαναπρόσληψη βάρους, στην επαναφορά της φλεγμονής, στην επιδείνωση της ινσουλινοαντίστασης ή σε κάποιον εντελώς διαφορετικό μηχανισμό;
Τέλος, χρειάζονται πρακτικές λύσεις και καλύτερες στρατηγικές για τη διαχείριση των παρενεργειών, καλύτερη ασφαλιστική κάλυψη και ισχυρότερες δομές υγειονομικού συστήματος για την έγκαιρη αναγνώριση και υποστήριξη των ασθενών που κινδυνεύουν να διακόψουν τη θεραπεία».
Τα ευρήματα της μελέτης δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό BMJ Medicine: https://bmjmedicine.bmj.com/content/5/1/e002150
Ποιος είναι ο Δρ. Ziyad Al–Aly
Ο Δρ. Al-Aly είναι Διευθυντής του Κέντρου Κλινικής Επιδημιολογίας και Επικεφαλής της Υπηρεσίας Έρευνας και Εκπαίδευσης στο Σύστημα Υγείας VA Saint Louis. Έχει πολυάριθμες δημοσιεύσεις με υψηλές αναφορές στα NEJM, JAMA, JAMA Network Open, BMJ, BMJ Open, The Lancet, The Lancet Planetary Health, το Journal of the American Society of Nephrology, το Kidney International, το American Journal of Kidney Diseases και άλλα.
Είναι επίσης μέλος πολυάριθμων συντακτικών επιτροπών, συμπεριλαμβανομένων των Journal of the American Society of Nephrology, the Clinical Journal of the American Society of Nephrology, Transplant international και άλλων και συμμετέχει σε τμήματα μελέτης στα NIH, VA και σε άλλους εθνικούς και διεθνείς χρηματοδοτικούς οργανισμούς.







