Γράφει η Σταυρούλα (Λίνα) Πάσχου, MD, PhD, επίκουρη καθηγήτρια Ενδοκρινολογίας, Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ
Ο θυρεοειδής αδένας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ενδοκρινείς αδένες του ανθρώπινου οργανισμού. Αν και μικρός σε μέγεθος, διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη ρύθμιση του μεταβολισμού, της ενεργειακής ισορροπίας, της καρδιακής λειτουργίας, της θερμοκρασίας του σώματος, της λειτουργίας του νευρικού συστήματος και της ψυχικής διάθεσης. Παράλληλα, επηρεάζει άμεσα τον ενδοκρινικό άξονα που σχετίζεται με την αναπαραγωγική λειτουργία, καθιστώντας τον ιδιαίτερα σημαντικό για τη γυναικεία υγεία.
Οι παθήσεις του θυρεοειδούς εμφανίζονται σαφώς συχνότερα στις γυναίκες σε σύγκριση με τους άνδρες. Αυτό αποδίδεται τόσο στις ορμονικές μεταβολές που συνοδεύουν τη ζωή της γυναίκας όσο και στη μεγαλύτερη προδιάθεση για αυτοάνοσα νοσήματα. Εφηβεία, εγκυμοσύνη, λοχεία και εμμηνόπαυση αποτελούν περιόδους κατά τις οποίες ο θυρεοειδής μπορεί να απορρυθμιστεί, συχνά με ήπια και μη ειδικά συμπτώματα που καθυστερούν τη διάγνωση.
Η κλινική σημασία των θυρεοειδοπαθειών δεν περιορίζεται στην καθημερινή ευεξία, αλλά επεκτείνεται στη γονιμότητα, στην έκβαση της κύησης και στη φυσιολογική ανάπτυξη του εμβρύου. Για τον λόγο αυτόν ο έγκαιρος έλεγχος και η σωστή ρύθμιση του θυρεοειδούς αποτελούν βασικό πυλώνα της προληπτικής Ιατρικής στις γυναίκες.
Η συχνότερη πάθηση του θυρεοειδούς στις γυναίκες είναι η αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα Hashimoto. Πρόκειται για χρόνια αυτοάνοση φλεγμονώδη νόσο κατά την οποία το ανοσοποιητικό σύστημα παράγει αντισώματα που στρέφονται εναντίον των κυττάρων του θυρεοειδούς, οδηγώντας σταδιακά σε καταστροφή του αδένα και μείωση της παραγωγής θυρεοειδικών ορμονών. Η νόσος μπορεί να παραμείνει ασυμπτωματική για μεγάλο χρονικό διάστημα ή να εκδηλωθεί με συμπτώματα υποθυρεοειδισμού όπως κόπωση, υπνηλία, αύξηση βάρους, δυσανεξία στο κρύο, ξηρό δέρμα, τριχόπτωση, δυσκοιλιότητα, βραδυκαρδία και διαταραχές μνήμης και συγκέντρωσης. Πολλές γυναίκες αποδίδουν τα συμπτώματα αυτά στο άγχος ή στις απαιτήσεις της καθημερινότητας, με αποτέλεσμα η διάγνωση να καθυστερεί.
Η διάγνωση βασίζεται στον εργαστηριακό έλεγχο που δείχνει αυξημένη TSH, φυσιολογική ή χαμηλή ελεύθερη θυροξίνη και θετικά αντισώματα anti TPO και anti Tg. Το υπερηχογράφημα θυρεοειδούς συχνά αποκαλύπτει χαρακτηριστική ανομοιογενή και υποηχογενή εικόνα του αδένα. Η θεραπεία συνίσταται στη χορήγηση λεβοθυροξίνης σε εξατομικευμένη δόση, συνήθως περίπου 1,1 μικρογραμμάρια ανά κιλό σωματικού βάρους ημερησίως, με στόχο τη διατήρηση της TSH σε φυσιολογικά επίπεδα. Με σωστή ρύθμιση, οι περισσότερες γυναίκες έχουν πλήρη υποχώρηση των συμπτωμάτων και καλή ποιότητα ζωής.
Ο υποθυρεοειδισμός, ανεξαρτήτως αιτιολογίας, έχει σημαντικές επιπτώσεις στη γονιμότητα. Μπορεί να προκαλέσει διαταραχές του εμμηνορυσιακού κύκλου, ανωορρηξία και αύξηση των επιπέδων προλακτίνης, οδηγώντας σε δυσκολία σύλληψης. Ο υποθυρεοειδισμός έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο αποβολών. Κατά την εγκυμοσύνη οι ανάγκες σε θυρεοειδικές ορμόνες αυξάνονται ήδη από τις πρώτες εβδομάδες, καθώς το έμβρυο εξαρτάται από τη μητρική θυροξίνη για τη νευρολογική του ανάπτυξη. Στις περισσότερες εγκύους απαιτείται αύξηση της δόσης λεβοθυροξίνης κατά περίπου 20-30% ημερησίως, με συχνό έλεγχο TSH, ώστε να διατηρείται κάτω από 2,5 στο πρώτο τρίμηνο και κάτω από 3 στα επόμενα τρίμηνα.
Ο υπερθυρεοειδισμός εμφανίζεται επίσης συχνότερα στις γυναίκες, με κυριότερη αιτία τη νόσο Graves. Πρόκειται για αυτοάνοση πάθηση κατά την οποία παράγονται αντισώματα που διεγείρουν τον υποδοχέα της TSH προκαλώντας αυξημένη παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν απώλεια βάρους, ταχυκαρδία, αρρυθμίες, έντονη εφίδρωση, νευρικότητα, τρόμο, αϋπνία και σε ορισμένες περιπτώσεις οφθαλμοπάθεια. Η θεραπεία βασίζεται κυρίως στα αντιθυρεοειδικά φάρμακα, με τη μεθιμαζόλη να χορηγείται συνήθως σε δόσεις 10 έως 30 χιλιοστογραμμαρίων ημερησίως. Στην εγκυμοσύνη απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή και στενή παρακολούθηση, ώστε να επιτευχθεί επαρκής έλεγχος με τη μικρότερη δυνατή δόση φαρμάκου.
Ιδιαίτερα συχνοί στις γυναίκες είναι και οι θυρεοειδικοί όζοι. Η συχνότητά τους αυξάνεται με την ηλικία και στις περισσότερες περιπτώσεις είναι καλοήθεις και ασυμπτωματικοί. Πολλές φορές ανευρίσκονται τυχαία σε υπερηχογραφικό έλεγχο που γίνεται για άλλους λόγους. Η αξιολόγηση των όζων βασίζεται κυρίως στα υπερηχογραφικά χαρακτηριστικά όπως το μέγεθος, η σύσταση, η αγγείωση και η παρουσία μικροαποτιτανώσεων. Όταν τα χαρακτηριστικά είναι ύποπτα ή όταν το μέγεθος υπερβαίνει συγκεκριμένα όρια, συνιστάται παρακέντηση με λεπτή βελόνα για κυτταρολογικό έλεγχο. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν απαιτείται θεραπεία, αλλά μόνο τακτική παρακολούθηση. Η εγκυμοσύνη συνήθως δεν επηρεάζει την πορεία των όζων και σπάνια απαιτείται επεμβατική παρέμβαση κατά τη διάρκειά της.
Η θυρεοειδίτιδα της λοχείας αποτελεί μια ιδιαίτερη μορφή αυτοάνοσης θυρεοειδίτιδας που εμφανίζεται μέσα στον πρώτο χρόνο μετά τον τοκετό. Παρατηρείται συχνότερα σε γυναίκες με θετικά αντιθυρεοειδικά αντισώματα και συχνά ακολουθεί διφασική πορεία. Αρχικά μπορεί να εμφανιστεί παροδική φάση υπερθυρεοειδισμού με συμπτώματα νευρικότητας, ταχυκαρδίας και απώλειας βάρους. Στη συνέχεια, ακολουθεί φάση υποθυρεοειδισμού με έντονη κόπωση, καταβολή και καταθλιπτική διάθεση. Τα συμπτώματα συχνά συγχέονται με τις απαιτήσεις της φροντίδας του νεογνού ή με επιλόχεια κατάθλιψη. Στις περισσότερες περιπτώσεις η θυρεοειδική λειτουργία αποκαθίσταται σταδιακά, ωστόσο σε ένα σημαντικό ποσοστό γυναικών εξελίσσεται σε μόνιμο υποθυρεοειδισμό και χρειάζεται μακροχρόνια θεραπεία, ιδιαίτερα εάν υπάρχει επιθυμία για μελλοντική κύηση.
Συμπερασματικά, οι παθήσεις του θυρεοειδούς αποτελούν βασικό κεφάλαιο της γυναικείας Ενδοκρινολογίας και γυναικείας υγείας γενικότερα. Η έγκαιρη διάγνωση, η εξατομικευμένη θεραπεία και η συστηματική παρακολούθηση, ιδίως σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας και κατά την εγκυμοσύνη, επιτρέπουν την πρόληψη επιπλοκών και διασφαλίζουν καλή ποιότητα ζωής, φυσιολογική γονιμότητα και ασφαλή μητρότητα.
Διαβάστε παρακάτω το άρθρο από το περιοδικό Health Next Generation (Τεύχος 30) που κυκλοφορεί και σε ηλεκτρονική μορφή (πατήστε κάτω δεξιά για μεγέθυνση)
Ποιά είναι η Σταυρούλα (Λίνα) Πάσχου
H Σταυρούλα (Λίνα) Πάσχου είναι επίκουρη καθηγήτρια Ενδοκρινολογίας στην Ιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ). Ασκεί το έργο στη Θεραπευτική Κλινική ΕΚΠΑ. Είναι υπεύθυνη του Διαβητολογικού Κέντρου στο Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα». Αποφοίτησε με Άριστα από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων το 2005. Ολοκλήρωσε με Άριστα τη διδακτορική της διατριβή στην Ενδοκρινολογία και αναγορεύτηκε Διδάκτωρ του ίδιου Πανεπιστημίου το 2010. Μετεκπαιδεύτηκε στο Νοσοκομείο St Bartholomew’s Hospital στο Λονδίνο και στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ στη Βοστόνη. Έχει δημοσιεύσει πλήθος επιστημονικών κεφαλαίων και μελετών σε έγκριτα βιβλία και ξενόγλωσσα επιστημονικά περιοδικά (>250). Έχει δώσει πολυάριθμες ομιλίες μετά από πρόσκληση σε Ελλάδα και εξωτερικό (>300) και έχει τιμηθεί με πολυάριθμα βραβεία και υποτροφίες. Συγκαταλέγεται στο 2% των κορυφαίων επιστημόνων παγκοσμίως με βάση την κατάταξη του Αμερικανικού Πανεπιστημίου Stanford.







