Αναδημοσίευση από το περιοδικό Health Next Generation (Τεύχος 25)
Κατερίνα Βέργου, Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας-MA in Clinical Psychology, επιστημονική διευθύντρια του Κέντρου Συμβουλευτικής Προσέγγισης «ΓΡΑΜΜΗ», επιστημονική συνεργάτις των Κέντρων Προσχολικής Αγωγής & Εκπαίδευσης «Άλκηστη»
Συνέντευξη στην Ανθή Αγγελοπούλου
Πώς μπορεί ένα παιδί στο φάσμα του αυτισμού να συμβιώσει σε μια αίθουσα διδασκαλίας με τα άλλα παιδιά; Πώς αντιμετωπίζουν τα μικρά παιδιά συνομήλικά τους με προβλήματά υγείας; Γιατί ένα μικρό παιδί παρουσιάζει επιθετικές συμπεριφορές; Είναι το κράτος βοηθητικός συμπαραστάτης στα προβλήματα εκπαίδευσης των παιδιών από τη νηπιακή ηλικία; Σε αυτά και άλλα πολλά ερωτήματα μας απαντά η Κατερίνα Βέργου, σύμβουλος Ψυχικής Υγείας-MA in Clinical Psychology, επιστημονική διευθύντρια του Κέντρου Συμβουλευτικής Προσέγγισης «ΓΡΑΜΜΗ» & επιστημονική συνεργάτις των Κέντρων Προσχολικής Αγωγής & Εκπαίδευσης «Άλκηστη».
- Κυρία Βέργου, τι προβλήματα παρουσιάζει ένα παιδί στην προσχολική ηλικία και πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν;
Τα παιδιά αντιμετωπίζουν δυσκολίες που αν δεν φροντιστούν θα γίνουν προβλήματα στη συνέχεια. Οι δυσκολίες είναι φυσιολογικές και σχετίζονται με τα στάδια ανάπτυξης, καθώς τα πάντα, για ένα παιδί προσχολικής ηλικίας, είναι καινούργια. Τώρα μαθαίνει τα πάντα για πρώτη φορά!
Οι συνηθέστερες δυσκολίες εντοπίζονται στις μεταβάσεις από στάδιο σε στάδιο, όπως στην κατάκτηση βάδισης και λόγου, στην αφομοίωση ορίων, στον αποχωρισμό εξαρτήσεων (πρόσωπα, πιπίλα, πάνα κ.λπ.), στην αναπαραγωγή κοινωνικών συμπεριφορών, στη συνεργασία. Για να αναπτύξει τις δεξιότητές του και να κατακτήσει κάθε στάδιο ανάπτυξης, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως θέλει προσαρμογή και, προκειμένου να είναι αυτή ομαλή, θα πρέπει σε κάθε του βήμα να ενισχύεται από γονείς κι εκπαιδευτικούς ότι μπορεί να τα καταφέρει. Οι ενήλικες δεν έχουμε μόνο το ρόλο του φροντιστή, αλλά και του οδηγού, του συντονιστή, του μέντορα και η ευθύνη μας στις ηλικίες 0-6 είναι πιο μεγάλη από κάθε άλλη στιγμή στη ζωή του. Δεν έχει σημασία πώς έχουμε μεγαλώσει εμείς ή αν γνωρίζουμε λίγα ή πολλά, η ανατροφή ενός νέου ανθρώπου είναι το μεγαλύτερο και το πιο σημαντικό «project» της ζωής μας, γι’ αυτό και πρέπει να φανούμε αντάξιοι. Το παιδί στις μικρές ηλικίες δεν μπορεί από μόνο του να ξεπεράσει τα εμπόδια που θα βρει στο δρόμο του και δεν χρειάζεται να τα παραμερίσουμε για χάρη του, το μόνο που χρειάζεται είναι να το πιάσουμε από το χέρι, να του δείξουμε πώς να το κάνει, να το ενθαρρύνουμε να τολμήσει και να επιβραβεύσουμε κάθε του προσπάθεια.
Η φυσιολογικά αναμενόμενη δυσκολία που θα υπάρξει σε κάθε καινούργια γνώση θα εγκατασταθεί και θα μας προβληματίσει, αν δεν υπάρξει υποστηρικτικό περιβάλλον, αν υποτιμηθεί αυθαίρετα με τη λογική ότι είναι «μικρό», αν ταυτιστεί λανθασμένα με τις δυσκολίες που εμείς είχαμε ως παιδιά, αν δεν εμπιστευτούμε την άποψη του εκπαιδευτικού, αλλά επιλέξουμε μια άποψη που δεν μας προβληματίζει και γενικά αν δεν ασχοληθούμε. Σε κάθε άλλη περίπτωση, δεν έχουμε ούτε εμείς ούτε το παιδί μας τίποτα να φοβηθούμε!
- Ως σύμβουλος Ψυχικής Υγείας αλλά και με την ιδιότητά σας ως διευθύντριας Παιδικού Σταθμού βλέπετε καθημερινά δεκάδες παιδάκια για χρόνια τώρα. Από την εμπειρία και τις γνώσεις σας, ένα παιδί γιατί παρουσιάζει αντιδραστική ή επιθετική συμπεριφορά;
Ανάλογα με την ηλικία που θα διαπιστωθεί μια τέτοια συμπεριφορά, θα μιλήσουμε για σύμπτωμα ή ακόμα και για διαταραχή. Πριν φτάσουμε όμως εκεί, είναι σκόπιμο να κατανοήσουμε τη συμπεριφορά εν τη γενέσει της.
Οι πρώτες αντιδράσεις ενός παιδιού εντοπίζονται στην προσχολική περίοδο. Σκεφτείτε πόσες φορές έχετε ακούσει ίδιες αφηγήσεις από διαφορετικούς γονείς για ένα παιδί που «τσιρίζει» όταν δεν του αγοράζουν κάτι σ’ ένα μαγαζί ή χτυπάει τον γονιό του όταν του λέει «όχι» ή όταν θυμώνει; Το γεγονός ότι οι ιστορίες επαναλαμβάνονται διαχρονικά δεν είναι τυχαίο και αξίζει να το αντιληφθούμε ως αφετηρία δυσάρεστων κοινωνικά συμπεριφορών στη συνέχεια.
Σ’ αυτές τις πρώτες παρορμητικές συμπεριφορές δυσαρέσκειας του παιδιού είναι καθοριστικής σημασίας να αναγνωρίσουμε ένα πλαίσιο κανόνων μέσα στο σπίτι. Τα όρια ή αλλιώς οι κανόνες είναι οι τρόποι με τους οποίους μπορώ ή όχι να κάνω κάτι. Τους επιλέγουν οι γονείς για το παιδί τους και το μόνο που θα πρέπει να εξυπηρετούν μακροπρόθεσμα είναι να το βοηθούν να παραμένει ενταγμένο. Αυτό ακριβώς το σημείο είναι αδύναμο εξακολουθητικά στην ελληνική οικογένεια και για το λόγο αυτόν μια φυσιολογική αντίδραση του παιδιού, δεν βρίσκει άλλες, πιο αποδεκτές διεξόδους έκφρασης, με αποτέλεσμα σταδιακά να εδραιωθεί ως επιθετική και, μεγαλώνοντας το παιδί, να οδηγήσει σε περαιτέρω αντικοινωνικές συμπεριφορές.
Χωρίς να μπορούμε να εξαιρέσουμε περιπτώσεις που ένα παιδί αναπαράγει βίαιες συμπεριφορές του περιβάλλοντος όπου ζει ή την ύπαρξη κάποιας διαταραχής, θα πω ότι συνηθέστερα το φαινόμενο οφείλεται σε ελλειμματικά όρια και διαστρεβλωμένα μηνύματα που λαμβάνει το παιδί κι όχι σε κάτι άλλο. Όταν οι γονείς για παράδειγμα ασκούν αγωγή και το «όχι» τους γίνεται στην πρώτη γκρίνια ή ένταση «ναι», όταν προσπαθούν να θέσουν όρια χωρίς συνέπεια προκειμένου να αποφύγουν την πίεση που τους ασκεί η επίμονη αντίδραση του παιδιού ή όταν διαφωνούν μεταξύ τους και δίνουν στο παιδί διπλά-αντιφατικά μηνύματα.
Το δυστύχημα στο φαινόμενο αυτό είναι ότι παραδοσιακά δεν προλαμβάνουμε, αλλά προσπαθούμε να καταστείλουμε τη συμπεριφορά όταν γίνει πρόβλημα για κάποιον άλλο. Όλα όσα παρακολουθούμε στα Μέσα να συμβαίνουν με ανησυχία στην προεφηβεία και στην εφηβεία, δεν είναι συμπεριφορές που εμφανίζονται ξαφνικά, έχουν παρελθόν, που κανένας δεν φρόντισε έγκαιρα. Αν θέλουμε να αλλάξουμε τα πράγματα, πρέπει να στρέψουμε το βλέμμα στα πρώτα χρόνια της ζωής και να αναθρέψουμε ανθρώπους με δεξιότητες συναισθηματικής διαχείρισης και επικοινωνίας.
- Τα νήπια πώς δέχονται άλλα παιδάκια με προβλήματα υγείας, όπως για παράδειγμα ένα παιδάκι που δεν μπορεί να περπατήσει καλά ή να μιλήσει ή έχει διαβήτη και πρέπει να παίρνει τη θεραπεία του;
Τα παιδιά στην προσχολική ηλικία είναι οι καλύτεροι «δέκτες», το θέμα είναι εμείς, οι ενήλικες, τι μηνύματα θα «εκπέμψουμε».
Για κάθε παιδί, ένα άλλο παιδί είναι απλώς αφορμή για παιχνίδι, για επικοινωνία λεκτική και κυρίως εξωλεκτική. Όσο πιο μικρό το παιδί τόσο πιο αδιάφορο του είναι αν μοιάζει ή όχι με κάποιο άλλο, μην ξεχνάτε ότι σχεδόν στο μισό διάστημα της προσχολική ζωής δεν αναγνωρίζουν από μόνα τους το είδωλό τους στον καθρέφτη.
Μεγαλώνοντας κι έχοντας κατακτήσει την εικόνα εαυτού, θα διαπιστώσουν με περιέργεια ή καλύτερα με διάθεση εξερεύνησης το άλλο παιδί κι εκεί ακριβώς η ευθύνη της σύστασης είναι δική μας. Το κίνητρο των παιδιών είναι πάντα ίδιο, αν λοιπόν εμείς τα βοηθήσουμε να γνωριστούν με ειλικρίνεια στα χαρακτηριστικά γνωρίσματα καθενός, δίνοντάς τους παράλληλα ένα πρώτο πλαίσιο επικοινωνίας, τότε η ανταπόκρισή τους είναι πάντα «μάθημα» αποδοχής, ζεστασιάς, αγάπης και προστασίας για όλους εμάς.
Τα νήπια δεν φοβούνται τη μεταξύ τους επαφή, έχουν ανάγκη να συναναστραφούν και να διασκεδάσουν. Αν αυτό πρέπει να γίνει με προσοχή λόγω κάποιας ιδιαιτερότητας, πρέπει απλά να το γνωρίζουν και τίποτα άλλο. Αν εμείς φοβηθούμε να μιλήσουμε, δαιμονοποιούμε την ασθένεια και τη φροντίδα της, τραυματίζουμε μια ακόμη φορά το πάσχον παιδί, που ήδη έχει να διαχειριστεί μια προσωπική δυσκολία, καθώς και την οικογένειά του που παλεύει να το εντάξει, και, τέλος, αδικούμε κατάφωρα το κάθε παιδί, που νομίζουμε ότι επειδή είναι μικρό ηλικιακά, είναι και ψυχικά, ώστε να μην μπορεί να αντέξει μια αλήθεια!
Ένα παιδί στο φάσμα του αυτισμού ή ένα παιδάκι ΑμεΑ μπορεί να συμβιώσει σε μια σχολική αίθουσα με τα υπόλοιπα παιδιά ή χρειάζεται ειδική διδασκαλία;
Ένα παιδί, με ή χωρίς ιδιαιτερότητα, είναι απλώς ένα παιδί! Πρέπει να μπορεί να υπάρξει και να συμβιώσει σε μια σχολική αίθουσα. Πρέπει η εκπαίδευσή του να στοχεύσει στην ένταξή του, με την κατάκτηση της μεγαλύτερης δυνατής, κατά περίπτωση, ανεξαρτησίας κι αυτονομίας, όπως ακριβώς σε όλα τα παιδιά.
Το θέμα είναι πόσο σαν κράτος και σαν εκπαιδευτικές μονάδες είμαστε έτοιμοι να παράσχουμε σε κάθε παιδί τις βοήθειες που χρειάζεται για να τα καταφέρει, πόσο αποτελεσματικά είναι τα μέχρι τώρα μέτρα των τμημάτων ένταξης και η παράλληλη στήριξη κι αν αρκούν, πόσο έτοιμοι είναι οι εκπαιδευτικοί που έχουν μια εξειδίκευση στην ειδική αγωγή, χωρίς όμως προηγούμενη επαφή με τις ανάγκες που θα κληθούν να διαχειριστούν σε παιδιά με ιδιαιτερότητες, πόσο ενήμερο και επιμορφωμένο είναι το υπόλοιπο προσωπικό της σχολικής μονάδας για την υποδοχή και εκπαίδευση αυτών των παιδιών και πόσο τα παιδιά στο σύνολό τους και οι οικογένειές τους.
Κάθε παιδί έχει τις δικές του ανάγκες και το εκπαιδευτικό σύστημα κάθε κράτους πρέπει να μπορεί να τις καλύψει. Το πρόγραμμα κλασικής εκπαίδευσης στη χώρα μας έχει μέχρι και σήμερα σοβαρά ελλείμματα στη διαχείριση της διαφορετικότητας. Φανταστείτε ένα σχολείο, που όλα τα παιδιά θα μπορούσαν να φιλοξενηθούν με ειδική μέριμνα στα παιδιά με ιδιαιτερότητες, παροχή εξειδικευμένων προγραμμάτων ημερήσιας εκπαίδευσης (εργοθεραπείας, λογοθεραπείας), διδασκαλία του τυπικού προγράμματος από ειδικό παιδαγωγό, κοινά προγράμματα και δράσεις όλων των παιδιών και πόσο πραγματικά κάτι τέτοιο θα λειτουργούσε καταλυτικά στο φαινόμενο bullying. Πόσο διαφορετικά θα μπορούσαν να είναι τα πράγματα αν, αντί να δαιμονοποιούμε τη διαφορετικότητα και να τη στοχοποιούμε, τη συναναστρεφόμασταν καθημερινά, συμβιώναμε και συνεργαζόμασταν;
Εν κατακλείδι, θα έλεγα ναι, μπορεί να γίνει μεριμνώντας υπεύθυνα κι επιστημονικά κάτι τέτοιο, μέχρι τότε απλώς δεν είμαστε αρκετοί για τα παιδιά μας!
Υπάρχει πρόβλεψη από το κράτος για την αντιμετώπιση των παιδιών που πρέπει να λάβουν τη θεραπεία τους κατά τη διάρκεια της σχολικής της περιόδου;
Βάσει νόμου, στην πρωτοβάθμια δημόσια αλλά και ιδιωτική εκπαίδευση (Νηπιαγωγείο-Δημοτικό), δεν επιτρέπεται να εκτελεστεί καμία ιατρική πράξη από το εκπαιδευτικό προσωπικό, παρά μόνο από εξειδικευμένο επαγγελματία υγείας.
Υπάρχει πρόβλεψη για παρουσία σχολικού νοσηλευτή κατά τη διάρκεια του εκπαιδευτικού προγράμματος, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, που αφορούν σε παιδιά που έχουν την ανάγκη του, βάσει ιατρικής γνωμάτευσης. Στις σχολικές μονάδες που προκύπτει τέτοιο αίτημα, ακολουθείται η κατά τον νόμο γραφειοκρατική διαδικασία, ώστε το σχολείο να αποκτήσει ειδικό βοηθητικό προσωπικό.
Στα δημόσια σχολεία, το κόστος κάλυψης της θέσης καλύπτεται από το κράτος, στα ιδιωτικά μεγάλα εκπαιδευτήρια εμπεριέχεται στο συνολικό κόστος φοίτησης, γιατί συνήθως παρέχεται ανεξαρτήτως περιστατικών, και στις μικρές ιδιωτικές μονάδες καλύπτεται από τους γονείς.
Σε κάθε περίπτωση, η ιδιαίτερη ιατρική φροντίδα, λόγω αναπηρίας, χρόνιας νόσου, αλλεργίας κ.ά. υπάρχει, χωρίς να λείπουν βέβαια και ατέλειες, κατά την εφαρμογή του μέτρου στο δημόσιο σύστημα, όπως να καθυστερεί η διαδικασία πρόσληψης μέχρι να γίνουν δύο τα παιδιά που χρήζουν νοσηλευτικής υποστήριξης, λες και το ένα δεν αρκεί, ή να υπάρχει νοσηλευτής αλλά όχι πλήρως οργανωμένο φαρμακείο.
Ο στόχος μας, νομίζω, θα πρέπει να είναι από δω και πέρα να υπάρχει ιατρείο, νοσηλευτής και ψυχολόγος σε κάθε σχολική μονάδα τόσο της Πρωτοβάθμιας όσο και της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.
Διαβάστε παρακάτω την συνέντευξη από το περιοδικό Health Next Generation (Τεύχος 25) και σε ηλεκτρονική μορφή (πατήστε κάτω δεξιά για μεγέθυνση)
Ποιά είναι η Κατερίνα Βέργου
Η Κατερίνα Βέργου είναι σύμβουλος Ψυχικής Υγείας, επιστημονική διευθύντρια του Κέντρου Συμβουλευτικής Προσέγγισης «ΓΡΑΜΜΗ» & επιστημονική συνεργάτις των Κέντρων Προσχολικής Αγωγής & Εκπαίδευσης «Άλκηστη». Έλαβε το πτυχίο της από το Κέντρο Ανθρωπιστικών Σπουδών & Ερευνών ΚΑΣΕ, έχει μεταπτυχιακό τίτλο στην Κλινική Ψυχολογία MA in Clinical Psychology στο Middlesex University of London, δίπλωμα στη Γνωσιακή Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία με δίπλωμα ανώτερης πρακτικής, δίπλωμα στη Συμβουλευτική Ψυχικής Υγείας, δίπλωμα στην Εφαρμοσμένη Συμβουλευτική στο Κέντρο Εφαρμοσμένης Ψυχοθεραπείας & Συμβουλευτικής, είναι πιστοποιημένη Instructor Total Mindfulness Professional για ενήλικες και Total Mindfulness Bright Minds για παιδιά από την ISON PSYCHOMETRICA. Έκανε πρακτική άσκηση στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής και εργάστηκε σε ιδιωτικά γραφεία ψυχολόγων, στο Κέντρο Αποκατάστασης Κρανιοεγκεφαλικών Κακώσεων MITROPOLIS με παιδιά, εφήβους, ενήλικες, οικογένειες, ζευγάρια και σε Κέντρα Προσχολικής Αγωγής & Εκπαίδευσης με παιδιά, εκπαιδευτικούς και γονείς. Έχει εκδώσει τον Πρώτο Οδηγό Συναισθηματικής Αγωγής για Γονείς, εκδ. Οσελότος 2016. Είναι μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Συμβουλευτικής (ΕΕΣ) & της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Συμβουλευτικής – European Association for Counselling (EAC).







