Η υπογεννητικότητα αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα και αμφιλεγόμενα κοινωνικά φαινόμενα του 21ου αιώνα, με επιπτώσεις που εκτείνονται πολύ πέρα από το δημογραφικό επίπεδο και αγγίζουν την οικονομία, τη δημόσια υγεία, την κοινωνική συνοχή και τις διαγενεακές σχέσεις. Σύμφωνα με άρθρο που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 2026 στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό The Lancet, η πτώση των γεννήσεων αποτελεί πλέον παγκόσμιο φαινόμενο με βαθιές κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες. Η Καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας – Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου και η Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (Βιολόγος) παραθέτουν τα πιο σημαντικά στοιχεία της δημοσίευσης αυτής. Σε περισσότερες από τις μισές χώρες του κόσμου, ο συνολικός δείκτης γονιμότητας —δηλαδή ο μέσος αριθμός παιδιών που αναμένεται να αποκτήσει μια γυναίκα κατά τη διάρκεια της ζωής της— έχει πέσει κάτω από το όριο των 2,1 γεννήσεων ανά γυναίκα, το οποίο θεωρείται απαραίτητο για τη διατήρηση ενός σταθερού πληθυσμού. Σε ορισμένες χώρες, όπως η Κίνα, η Νότια Κορέα, η Σιγκαπούρη και η Ουκρανία, ο δείκτης αυτός έχει κατρακυλήσει σε επίπεδα χαμηλότερα του 1, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες κυμαίνεται λίγο κάτω από το 1,6.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, πολλά κράτη επιλέγουν να εφαρμόσουν πολιτικές που στοχεύουν άμεσα στην αύξηση των γεννήσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Κίνα, η οποία, στην προσπάθειά της να αντιστρέψει την πτωτική πορεία της γονιμότητας, προχώρησε πρόσφατα στην επιβολή φόρου 13% στα προφυλακτικά, ενώ παράλληλα προσφέρει οικονομικά επιδόματα στους γονείς για κάθε παιδί κάτω των τριών ετών. Αντίστοιχα, η Νότια Κορέα παρέχει απαλλαγές από τη στρατιωτική θητεία και διοργανώνει κρατικά χρηματοδοτούμενες εκδηλώσεις γνωριμιών, ενώ η Ουγγαρία έχει θεσπίσει ισόβια φοροαπαλλαγή εισοδήματος για μητέρες με δύο ή περισσότερα παιδιά.
Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο τα κράτη μπορούν —ή οφείλουν— να επηρεάζουν τις αναπαραγωγικές αποφάσεις των πολιτών τους και, κυρίως, αν τέτοιες παρεμβάσεις είναι πραγματικά αποτελεσματικές. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι, παρά τις τεράστιες οικονομικές επενδύσεις, τα αποτελέσματα παραμένουν πενιχρά. Η Νότια Κορέα, για παράδειγμα, έχει δαπανήσει εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια τα τελευταία χρόνια σε επιδόματα και κίνητρα, χωρίς να καταφέρει να ανακόψει τη συνεχή πτώση του δείκτη γονιμότητας. Η Ιαπωνία, παρά τις δεκαετίες πολιτικών στήριξης της οικογένειας, εξακολουθεί να καταγράφει χαμηλότερα ποσοστά γεννήσεων σε σχέση με το παρελθόν, ενώ ακόμη και οι Σκανδιναβικές χώρες, που διαθέτουν υποδειγματικά συστήματα γονικής άδειας και παιδικής φροντίδας, δεν έχουν καταφέρει να επανέλθουν στο επίπεδο αναπλήρωσης του πληθυσμού.
Οι λόγοι που οδηγούν στη μείωση της γονιμότητας είναι πολυπαραγοντικοί. Η ευρεία πρόσβαση σε αποτελεσματική αντισύλληψη, η αυξημένη εκπαίδευση και συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας, η καθυστέρηση του γάμου και της τεκνοποίησης, αλλά και η μείωση της γονιμότητας τόσο στις γυναίκες όσο και στους άνδρες, διαμορφώνουν ένα νέο αναπαραγωγικό τοπίο. Παράλληλα, η πτώση της παιδικής θνησιμότητας έχει αλλάξει τη λογική της οικογένειας: στις περισσότερες περιοχές του κόσμου, τα παιδιά που γεννιούνται σήμερα έχουν σχεδόν την απόλυτη πιθανότητα να φτάσουν στην ενηλικίωση, γεγονός που μειώνει την ανάγκη για μεγαλύτερο αριθμό απογόνων.
Σημαντικό ρόλο φαίνεται επίσης να παίζουν οι υπαρξιακές ανησυχίες των νεότερων γενεών. Η κλιματική κρίση, οι γεωπολιτικές εντάσεις, η οικονομική ανασφάλεια και η επιδείνωση της ψυχικής υγείας στους νέους ενήλικες δημιουργούν ένα περιβάλλον αβεβαιότητας, μέσα στο οποίο η απόφαση για τεκνοποίηση μοιάζει ολοένα και πιο δύσκολη. Οι φόβοι για το μέλλον, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, λειτουργούν αποτρεπτικά στη δημιουργία οικογένειας.
Οι συνέπειες της δημογραφικής συρρίκνωσης προκαλούν έντονες ανησυχίες. Η μείωση του ενεργού πληθυσμού, η συρρίκνωση της φορολογικής βάσης και η αύξηση των συνταξιοδοτικών και υγειονομικών δαπανών δημιουργούν σοβαρές προκλήσεις για τα κράτη πρόνοιας. Παράλληλα, η γήρανση του πληθυσμού αναμένεται να αυξήσει τα περιστατικά χρόνιων και μη μεταδοτικών νοσημάτων, καθώς και τις ανάγκες για μακροχρόνια φροντίδα.
Ωστόσο, η προσέγγιση του ζητήματος αποκλειστικά μέσα από τον φόβο της πληθυσμιακής κατάρρευσης ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Η ιστορία δείχνει ότι οι πολιτικές ενίσχυσης των γεννήσεων συχνά συνοδεύονται από καταναγκασμό και παραβιάσεις δικαιωμάτων, όπως συνέβη με την πολιτική του ενός παιδιού στην Κίνα ή με ακραία μέτρα της Ρουμανίας προ 40ετίας. Επιπλέον, ορισμένες σύγχρονες παρεμβάσεις, όπως η αύξηση της τιμής των προφυλακτικών, ενδέχεται να υπονομεύσουν τη δημόσια υγεία, οδηγώντας σε αύξηση των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων και των ανεπιθύμητων εγκυμοσυνών.
Αντί για μονοδιάστατες πολιτικές αύξησης των γεννήσεων, προτείνεται μια ευρύτερη και πιο ισορροπημένη προσέγγιση. Η υιοθέτηση της έννοιας της υγιούς γήρανσης, η επένδυση στη γηριατρική και στη φυσική ιατρική-αποκατάσταση, η ενίσχυση της πρόληψης και της υγείας των ηλικιωμένων, καθώς και η αξιοποίηση της τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης, μπορούν να συμβάλουν στη διατήρηση της κοινωνικής και οικονομικής βιωσιμότητας. Παράλληλα, η χαλάρωση των περιοριστικών μεταναστευτικών πολιτικών θα μπορούσε να ενισχύσει το εργατικό δυναμικό σε χώρες με συρρικνούμενο πληθυσμό.
Τελικά, ανεξαρτήτως δημογραφικών εξελίξεων, οι κοινωνίες οφείλουν να συνεχίσουν να στηρίζουν τα παιδιά και τις οικογένειες, να εξασφαλίζουν ποιοτική και προσιτή παιδική φροντίδα, να ενθαρρύνουν την ισότιμη συμμετοχή των πατέρων και να προστατεύουν τα δικαιώματα και την υγεία των γυναικών. Αυτό που πρέπει να αποφευχθεί είναι η υιοθέτηση αναποτελεσματικών και ιδεολογικά φορτισμένων πολιτικών, οι οποίες ενδέχεται να τροφοδοτήσουν τον εθνικισμό και να ανατρέψουν κατακτήσεις δεκαετιών στην ισότητα των φύλων και στη δημόσια υγεία.
(Responding to declining global fertility rates. Τhe Lancet 407: 105-194, 2026. DOI: 10.1016/S0140-6736(26)00034-6)







